Επιστολή στην κ. Α.

Αγαπητή κ. Α.
Σήμερα, καθώς περπατούσατε στο δρόμο και φυσούσε ο αέρας, νιώθατε τα μαλλιά σας πιο μακριά από ότι είναι στην πραγματικότητα. Και αυτό είναι ευτυχία.
Στην ίδια στάση κάθε πρωί τα φώτα σβήνουν καθώς ξημερώνει και η μυρωδιά του καφέ ξυπνά τις φωνές των ανθρώπων.
Νιώσατε το πρώτο κρύο μετά από μακράς διάρκειας ζεστής αγκαλιάς και είπατε δυνατά στον εαυτό σας πως μοναξιά βιώνεται όταν δεν την νιώθεις μαζί σου.
Είδατε ανθρώπους να κοιτάνε τα παιδιά σαν μικρά ενοχλητικά χαλικάκια στο δρόμο τους. Μα όταν σκύψατε, πήρατε ένα από αυτά στα χέρια σας και το θαυμάσατε, σας ζήλεψαν και τα ονόμασαν με τη σειρά τους διαμάντια.
Υπομονή. Σας άκουσα να λέτε πως ό,τι έρχεται είναι γιατί το αντέχεις. Και δεν υπήρχε καμία τρικυμία στα μάτια σας και η φωνή σας ήταν σαν να ψιθύριζε νανούρισμα.
Νιώσατε τόσο περήφανη που κάποια πρωινά σερβίροντας στον εαυτό σας τσάι, φωνάξατε δυνατά: ΄΄ Θέλω τη μαμά μου! ΄΄ Και ένιωσα πόσο έχετε μεγαλώσει για να κάνετε μια τέτοια παραδοχή.
Βλέπω την αγάπη γύρω σας να μεγαλώνει, να πολλαπλασιάζεται, να διαιρείται και να μοιράζεται. Και εσείς κ. Α. την αντικρίζετε με μάτια ορθάνοιχτα και ευγνωμοσύνη.
Σας είδα να τρέχετε στο δρόμο να προλάβετε το λεωφορείο μα σταθήκατε να μυρίσετε ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο που πετάχτηκε στο δρόμο σας μέσα από τα κάγκελα ενός σπιτιού.
Πόσο πιστεύω στην αγνή ψυχή σας και την αφέλεια σας, πως οι άνθρωποι ξυπνούν με μυρωδιές, αγαπούν, αγαπιούνται και μεθούν με τα χρώματα της αυγής. Αχ, πόσο μεγαλώσατε! Κι όμως πάντα χαμογελάτε στο μισοφέγγαρο και πιστεύετε στους ανθρώπους σαν να “ναι πληγωμένοι ήρωες παραμυθιών.
Όλοι βρίσκουν τον τρόπο τους κ. Α. μα όχι το δρόμο τους. Όλοι γελούν, αλλά όχι βαθειά! Όλοι βλέπουν, μα δεν κοιτάζουν…
Σας γράφω γιατί δεν έχετε καταφέρει να μην ξεχνάτε. Σας παρακαλώ, μην ξεχνάτε ότι μπορείτε σε αυτό τον κόσμο να είστε αυτό που ήδη γνωρίζετε και φοβάστε. Υπάρχουν ακόμη παιδιά, άνθρωποι και λουλούδια που ξέρουν να αγαπούν αληθινά και παντοτινά.

Με εκτίμηση,
Αρετή