To παραδοσιακό ψάρεμα της αθερίνας στην Τριχωνίδα

του Γιάννη Γιαννακόπουλου από το postmodern.gr

Η Τριχωνίδα, η μεγαλύτερη λίμνη της χώρας, με επιφάνεια μεγαλύτερη από 100 τετραγωνικά χιλιόμετρα, φιλοξενεί στα γλυκά νερά της μεγάλους πληθυσμούς αθερίνας. Η αθερίνα, μαζί με άλλα ψάρια της θάλασσας, έφθαναν στη λίμνη από το Ιόνιο πέλαγος μέσω του Αχελώου, της Διώρυγας του Δίμηκου και της λίμνης Λυσιμαχίας, τότε που όλο αυτό το οικοσύστημα επικοινωνούσε με φυσικό τρόπο. Τα ψάρια της θάλασσας (αθερίνα, κέφαλοι και λαυράκια) έφθαναν πρώτα στη Λυσιμαχία, όπου λόγω των ρηχών και σχετικά ζεστών νερών της, γεννούσαν τα αυγά τους – η λίμνη δηλαδή λειτουργούσε ως φυσικός ιχθυογεννητικός σταθμός – και από τα νεογέννητα ψάρια, κάποια έμεναν στη Λυσιμαχία, ένα μέρος επέστρεφε στη θάλασσα και τα υπόλοιπα ταξίδευαν στην Τριχωνίδα, όπου συνυπήρχαν με ψάρια του γλυκού νερού, όπως δρομίτσες και γουλιανούς.

Στην δεκαετία του 1960 κατασκευάστηκαν μεγάλα έργα στην περιοχή για την άρδευση των πεδιάδων του Κάτω Αχελώου και του Μεσολογγίου με φυσική ροή νερού από την Τριχωνίδα προς την Λυσιμαχία και από εκεί στις αρδευόμενες εκτάσεις.Για τον έλεγχο της ροής του νερού μεταξύ της Τριχωνίδας και της Λυσιμαχίας δημιουργήθηκαν “πόρτες” και έτσι διακόπηκε ο εμπλουτισμός της Τριχωνίδας με θαλασσινά ψάρια. Η λίμνη με τον καιρό «στέρεψε» από τα είδη των θαλασσινών ψαριών, εξαιρουμένης της αθερίνας, η οποία εγκλιματίστηκε στο περιβάλλον της Τριχωνίδας και συνεχίζει να αναπαράγεται σε μεγάλες ποσότητες.

Η αθερίνα της Τριχωνίδας είναι μεγαλύτερη σε μέγεθος από τη θαλασσινή και αποτελεί θαυμάσιο έδεσμα που προσφέρεται στα παραλίμνια εστιατόρια και ταβέρνες. Το ψάρεμα γίνεται τη νύχτα με λάμπες που συγκεντρώνουν τα ψάρια, δίχτυα που τα εγκλωβίζουν και απόχες που τα συλλέγουν. Υπάρχουν λύσεις και προτάσεις για την αποκατάσταση της ισορροπίας που υπήρχε στο οικοσύστημα πριν την κατασκευή των αρδευτικών έργων, αλλά μην ξεχνάμε ότι ζούμε στην Ελλάδα με ότι αυτό συνεπάγεται…