Προβάλλοντας τις σημερινές μας ανάγκες/σκοπιμότητες στην Ιστορία

Του Δημήτρη Παπαδάκη

Το θεατρικό δρώμενο τα χαράματα της Μεγάλης Παρασκευής στο Αγρίνιο αποτέλεσε άλλη μια εξαιρετική πρωτοβουλία του ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου, που δυστυχώς όμως πέτυχε μόνο να προσβάλλει τη μνήμη των 120 εκτελεσμένων τη Μεγάλη Παρασκευή του 1944 και την αισθητική όσων παρακολούθησαν το δρώμενο. Αποτέλεσμα, ίσως, αναμενόμενο αν αναλογιστεί κανείς, ότι το εγχείρημα αφορούσε την πιο «δύσκολη» περίοδο της τραγικής δεκαετίας του 1940, την περίοδο του κατοχικού εμφυλίου. Και με δεδομένο μάλιστα ότι οι πηγές είναι ελάχιστες για την εκτέλεση των 120 στο Αγρίνιο.

Πρώτα απ΄όλα ένας θεατής, που δεν γνωρίζει τίποτα σε σχέση με όσα συνέβησαν το 1944 στο Αγρίνιο, είναι βέβαιο ότι από το δρώμενο δεν κατάλαβε τίποτα. Ίσως να καταλάβαινε ότι το δρώμενο αφορά την εκτέλεση κάποιας γυναίκας και ενδεχομένως να καταλάβαινε πως αφορούσε κάποια ταραγμένη περίοδο της ιστορίας. Αλλά ας υποθέσουμε ότι οι θεατές, και μάλλον συνέβη αυτό με όλους, γνώριζαν το θέμα. Όσοι λοιπόν γνώριζαν το θέμα και είχαν μια ορισμένη παιδεία, είδαν ένα κακόγουστο «ξεπατίκωμα» ποιήματος του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα με τίτλο «Πέντε η ώρα που βραδιάζει» το οποίο γράφτηκε με αφορμή το θάνατο ενός ταυρομάχου, φίλου του Λόρκα, σε ταυρομαχία. Όμως το «ξεπατίκωμα» του Λόρκα δεν περιορίστηκε στο να αλλάξουμε το «βραδιάζει» σε «χαράζει». Είναι γνωστό ότι η ποίηση του Λόρκα είναι ένας δημοτικοφανής υπερρεαλιασμός. Παρεμπιπτόντως πρώτος που «αντέγραψε» στην Ελλάδα αυτή την έξυπνη μίξη του Λόρκα, που τον έκανε παγκόσμιο, είναι ο Γκάτσος με την «Αμοργό». Αλλά με «ξεπατικώματα» δεν γίνεται δουλειά, έτσι και ο Γκάτσος πέραν της «Αμοργού» δεν έβγαλε άλλη ποιητική συλλογή. Κάπως έτσι με ένα δημοτικοφανή περισσότερο συμβολισμό και λιγότερο υπερρεαλισμό προέκυψαν στο δρώμενο για τους 120 τα κλαρίνα για το μοιρολόϊ, οι σταυροί με τα φαναράκια για τους τρεις απαγχονισθέντες και τα παπούτσια για υπόλοιπους. Χειρότερο όμως κι από το θεσμικό ατόπημα του ΔΗΠΕΘΕ να μην αναφέρει στην πρόσκλησή του πως το δρώμενο είναι βασισμένο στο ποίημα του Λόρκα, αλλά να μιλά για ιδέες, επεξεργασίες και λοιπές δραματουργίες, είναι η παραποίηση της Ιστορίας, που συνιστά προσβολή στη μνήμη των νεκρών και ένα όνειδος για τη σημερινή πόλη, η «αθώωση» των Γερμανών.

Υπό κανονικές συνθήκες θα ήταν αδιονόητο για κάποιον να βγάλει εντελώς από το «κάδρο» τους Γερμανούς, τους κατακτητές, τους Ναζί με τις σβάστικες στα μπράτσα. Όμως εν προκειμένω η κομματική πόρωση και οι συνεπακόλουθες εμφυλιοπολεμικές παρωπίδες έκαναν το θαύμα τους. Λες και είναι πλειοψηφία στην κοινωνία η άποψη των ακροδεξιών/φαστικών στοιχείων που δυσκολεύεται να αναγνωρίσει το χυδαίο, προδοτικό και άνανδρο ρόλο που έπαιξαν οι δοσίλογοι και οι ταγματασφαλίτες την τελευταία περίοδο της Κατοχής. Προφανώς υπήρχε κάποια σκοπιμότητα για την «αθώωση» των Ναζί στο δρώμενο. Και δεν είναι παράλογο κανείς να βγάζει ένα τέτοιο συμπέρασμα, όταν βλέπει μετά το δρώμενο να διαδίδεται η «απαίτηση ότι τον πρώτο λόγο τον είχαν οι Γερμανοτσολιάδες». Ίσως όμως, από την άλλη, η σκοπιμότητα να ήταν ότι τώρα που ένα «νόμιμο πολιτικό κόμμα» κυκλοφορεί με τις σβάστικες στη Βουλή, πρέπει να βγάλουμε τους Ναζί από το «κάδρο» της σφαγής των 120. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου πως με την Αριστερά στην εξουσία, ακούσαμε την απορία μήπως δεν είναι μόνιμη η σύνθεση της Βουλής χωρίς τους προφυλακισμένους χρυσαυγίτες βουλευτές. Όπως και να “χει το πράγμα, σημασία έχει ότι το δρώμενο αυτό απέδειξε -εκτός των άλλων- περίτρανα ότι ο εμφύλιος είναι εδώ! Πάλλεται! Και όταν το απαιτούν οι πολιτικές/προσωπικές σκοπιμότητες ή η ανάγκη να ξεπλύνουμε με το αίμα των νεκρών το ιδεολογικό μας ξεστράτισμα ή απλώς και μόνο έχουμε κίνητρο την κονόμα, βγάζουμε μπροστά και τον εμφύλιο και τους νεκρούς (καμιά φορά διαλέγοντας νεκρούς από το στρατόπεδο που μας βολεύει). «Ξεπατικώνουμε» εν ολίγοις την Ιστορία με βάση τις σημερινές μας ιδεολογικές/πολιτικές/προσωπικές ανάγκες/σκοπιμότητες. Προβάλλουμε δηλαδή τις σημερινές μας ανάγκες/σκοπιμότητες στην Ιστορία. Το έκανε η Χούντα αυτό χρησιμοποιώντας τις αναπαραστάσεις και το κιτς, με το οποίο τις επένδυσε, για να προβάλλει τα δικά της προτάγματα. Όμως υπάρχει, όπως και τότε υπήρχε, κάποιος κόσμος που δεν «τρώει» αυτό το χυδαίο παιχνίδι των πολιτικών σκοπιμοτήτων.

Τα επιμέρους του δρώμενου, όπως το αμερικάνικο αγροτικό με τα φιμέ τζάμια, τις νικελένιες ζάντες και τα μαρσαρίσματά του ή το γεγονός των 80 εθελεντών (0,66 εθελοντές και κάθε νεκρό), είναι ανάξια οποιουδήποτε σχολιασμού. Αξίζει όμως μια αναφορά στις χαζοαναλύσεις που ακολούθησαν ότι τάχα η πλατεία γέμισε, ότι η πόλη θέλει να θυμηθεί, ότι ο κόσμος αγκάλιασε την προσπάθεια κτλ. Με τόσους εθελοντές, τους συγγενείς και τους φίλους τους, δεν είναι δύσκολο να βρεθεί κοινό και στις 5 τα ξημερώματα. Όμως το τι κάνει η πόλη και οι πολίτες της (η κρίσιμη μάζα) και οι Αρχές της διαχρονικά, φαίνεται από τη συμπεριφορά που έχει απέναντι στα δύο μνημεία, αυτό της πλατείας και αυτό πίσω από την Αγία Τριάδα.

Το μόνο βέβαιο, δυστυχώς, είναι όταν μια κοινωνία σε μεγάλο βαθμό «ζει» με τις εμφυλιοπολεμικές της παρωπίδες τόσες δεκαετίες μετά, οι σκοπιμότητες που υπήρχαν βρήκαν και πρόσφορο έδαφος και εν πολλοίς πέτυχαν τους στόχους τους.