Αποφυλακίστηκε η εγκληματική οργάνωση!

Από διακοπή σε διακοπή η δίκη που ξεκίνησε μόλις δύο εβδομάδες πριν λήξει το 18μηνο
Εξαιρετικό ενδιαφέρον έχει η δίκη στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων της υπόθεσης της εγκληματικής οργάνωσης -σύμφωνα με την αστυνομία- που είχε εξαρθρωθεί τον Απρίλιο του 2017 και διακινούσε μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών στην Αιτωλοακαρνανία και την Ήπειρο. Και αυτό γιατί τα όσα διαδραματίζονται είναι αποκαλυπτικά για τους χειρισμούς σοβαρών υποθέσεων από τη Δικαιοσύνη.

Αξίζει να σημειωθεί πως η δίκη ξεκίνησε την προηγούμενη εβδομάδα (25/9) στο Tριμελές Εφετείο Κακουργημάτων στο Αγρίνιο με πολύ μεγάλη καθυστέρηση, αφού είναι χαρακτηριστικό πως αύριο (6/10) λήγει τυπικά το 18μηνο της προφυλάκισης για τους προφυλακισθέντες κατηγορούμενους, οι οποίοι αποφυλακίσθηκαν ήδη από την επομένη της προηγούμενης διακοπής της δίκης στις 27/9. Ωστόσο σήμερα το δικαστήριο, αφού απέρριψε τις ενστάσεις των συνηγόρων των κατηγορουμένων, διέκοψε εκ νέου για τις 29/10. Και αναπόφευκτα εγείρονται πολλά ερωτηματικά για το χειρισμό της υπόθεσης. Νομικοί κύκλοι σχολίασαν χαρακτηριστικά στο ΑγρίνιοCulture.gr πως «υπάρχει θέμα όταν σου «σκάει» στα χέρια η δικογραφία και αποφυλακίζονται οι προσωρινά κρατούμενοι… Πόσο μάλλον όταν πρόκειται και για κακουργηματικές διώξεις που επισύρουν ισόβια»…

Η αποκάλυψη της υπόθεσης τον Απρίλιο του 2017 είχε προκαλέσει αίσθηση στο Αγρίνιο, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή του δήμου Μεσολογγίου, καθώς πέραν των μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών (100 κιλά κάνναβης, ένα κιλό ηρωίνης) που σύμφωνα με την Αστυνομία διακινήθηκαν, σε αυτή εμπλέκονται άτομα γνωστά στην τοπική κοινωνία. Η Αστυνομία μετά από 10μηνη έρευνα και παρακολούθηση των τηλεφωνικών συνδέσεων των εμπλεκομένων, που ειρήσθω εν παρόδω χρησιμοποιούσαν συνδέσεις κινητής τηλεφωνίας που άνηκαν σε τρίτα άτομα (αχυρανθρώπους/ghost persons), άρχισε να ξετυλίγει το κουβάρι της υπόθεσης. Αρχικά με τη σύλληψη ενός 30χρονου Αλβανού που στις 2-2-2017 συνελήφθη στην περιοχή του Αγγελοκάστρου να μεταφέρει 14 κιλά κάνναβης και με τη σύλληψη ενός ζευγαριού Ρομά που σε καβάντζα έξω από το σπίτι τους στο Αιτωλικό έκρυβαν 210 γραμμάρια ηρωίνης, σε μορφή βράχου. Στη συνέχεια ακολούθησε μεγάλη επιχείρηση της Αστυνομίας σε Μεσολόγγι και Αιτωλικό όπου συνελήφθησαν 12 άτομα, τρία εκ των οποίων ήταν ήδη προφυλακισμένα. Μία κρίσιμη λεπτομέρεια της υπόθεσης είναι ότι η Αστυνομία στην υποβλητική της δικογραφία συμπεριέλαβε την κατηγορία της εγκληματικής οργάνωσης, τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (ξέπλυμα χρήματος) και την ιδαιτέρως διακεκριμένη διακίνηση ναρκωτικών. Ωστόσο η δίωξη που εν τέλει ασκήθηκε σε βάρος τους από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Μεσολογγίου αφορούσε μόνο την τελευταία κατηγορία.

Η δίκη ξεκίνησε την 25/9 έχοντας 87 συνολικά κατηγορούμενους, εκ των οποίων οι 12 κατηγορούνται για ιδιαιτέρως διακεκριμένη διακίνηση ναρκωτικών με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000 ευρώ (κατηγορία που επισύρει ισόβια), ενώ οι 75 κατηγορούμενοι φερόμενοι ως αγοραστές ναρκωτικών από τη σπείρα διώκονται για την πλημμεληματικού χαρακτήρα απλή διακίνηση ναρκωτικών. Πλειάδα κατηγουμένων παρουσιάστηκε χωρίς δικηγόρο και έτσι η διαδικασία διεκόπη προκειμένου να διοριστούν αυτεπαγγέλτως συνήγοροι των κατηγορουμένων (διορίστηκαν περίπου 40 δικηγόροι). Έτσι η δίκη συνεχίστηκε στις 27/9, όπου αρκετοί από τους συνηγόρους των κατηγορουμένων κατέθεσαν αυτοτελείς ισχυρισμούς και ενστάσεις, οι οποίες όμως απορρίφθηκαν από το δικαστήριο. Αξίζει να σημειωθεί ότι μεταξύ των ενστάσεων που απορρίφθηκαν είναι και η ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος που κατατέθηκε από συνήγορο τεσσέρων εκ των κατηγορουμένων, που διώκονται με κακουργηματική κατηγορία και ο οποίος υποστήριξε ότι υπήρχε στις διατάξεις που περιγράφονται στο κλητήριο θέσπισμα -πέραν της ιδιαιτέρως διακεκριμένης διακίνησης ναρκωτικών- και πράξη, ήτοι η διακίνηση ναρκωτικών σε εγκληματική οργάνωση, για την οποία ουδέποτε ασκήθηκε δίωξη από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Μεσολογγίου και ουδέποτε απολογήθηκαν στα πλαίσια της κύριας ανάκρισης.

Σε κάθε περίπτωση η εξέλιξη της υπόθεσης εγείρει πολλά ερωτηματικά για την αποτελεσματικότητα και τον τρόπο που χειρίστηκαν την υπόθεση οι αστυνομικές και οι δικαστικές αρχές.