Το καλό και το κακό σενάριο για το ελληνικό χρέος

Σε ένα εξάμηνο θα ξεκαθαρίσει, αν τελικά το ελληνικό χρέος θα μπορεί σε σταθερή πορεία αποκλιμάκωσης ή αν θα γίνει ξανά ένα “βάρος” στους προϋπολογισμούς, για τις πολλές επόμενες δεκαετίες.

Προς το παρόν, το ελληνικό χρέος έχει τα καλύτερα χαρακτηριστικά από αυτά πολλών άλλων ευρωπαϊκών χωρών: Πολύ χαμηλό ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης (κάτω από 15% του ΑΕΠ μέχρι και το 2030) και μακριά μέση περίοδο αποπληρωμής που φτάνει τα 21 χρόνια. Με την πανδημία και τη συμμετοχή των ελληνικών ομολόγων στο PEPP και αρκετών πράξεων διαχείρισης, το ελληνικό χρέος απέκτησε πολύ χαμηλό κόστος αναχρηματοδότησης, αφού οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων βρίσκονται εδώ και περίπου 2 χρόνια σε ιστορικά χαμηλά. Την ίδια ώρα, ο δανεισμός υποστηρίζεται και από πολύ υψηλά ταμειακά διαθέσιμα που ξεπερνούν τα 38 δισ. ευρώ.

Παρά τα θετικά του χαρακτηριστικά όμως, το γεγονός ότι το ύψος είναι στο 200% του ΑΕΠ το καθιστά ευάλωτο σε διακυμάνσεις της αγοράς και ανόδους επιτοκίων, οι οποίες αργά ή γρήγορα μπορεί να γίνουν γεγονός. Το διάστημα από τώρα μέχρι και το τέλος του 1ου τριμήνου του 2022, θα ληφθούν πανευρωπαϊκά αποφάσεις για το χρέος όλης της Ευρωζώνης, με καταλύτη και τον υψηλό πληθωρισμό. Ανάλογα λοιπόν με τις εξελίξεις μπορούμε να έχουμε ένα καλό ή ένα κακό σενάριο για το χρέος.

Το καλό σενάριο
Στο καλό σενάριο ο πληθωρισμός από τις τιμές ενέργειας και πρώτων υλών θα υποχωρήσει από τις αρχές του 2022, όπως αναμένει η EKT και η Κομισιόν. Η ΕΚΤ θα διατηρήσει την Ελλάδα και στο διάδοχο πρόγραμμα του PEPP και θα συνεχίσει να αγοράζει ελληνικά ομόλογα από την δευτερογενή αγορά. Κάτι τέτοιο θα συμπιέσει τις αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων, σε βαθμό που μπορούμε να περιμένουμε και εκδόσεις του 10ετούς ομολόγου με αρνητικό επιτόκια. Παράλληλα θα πρέπει να αναμένουμε αναβαθμίσεις του αξιόχρεου που θα φέρουν την Ελλάδα ένα βήμα πριν την επενδυτική βαθμίδα τους επόμενους μήνες, με προοπτική να την κατακτήσουμε ως χώρα πριν το τέλος του 2022. Η Ελλάδα θα αρχίσει να αποπληρώνει σταδιακά τα 52,3 δισ. ευρώ του διμερούς δανείου που πήρε το 2010 με το πρώτο μνημόνιο. Το χρέος του ΔΝΤ θα εξοφληθεί στα μέσα του επόμενου έτους όταν η χώρα θα βγει από το καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας.

Αν μαζί με όλα αυτά ο Ευρωπαϊκός Νότος επικρατήσει στις διαπραγματεύσεις για την αλλαγή των δημοσιονομικών κανόνων, το κριτήριο του χρέους θα χαλαρώσει. Η Ελλάδα με τη βοήθεια των κονδυλίων ύψους 70 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και του επόμενου ΕΣΠΑ, θα δώσει έμφαση στην διατήρηση υψηλών ρυθμών ανάπτυξης και το χρέος θα μειωθεί κοντά στο 130% του ΑΕΠ σε μια 20ετία, με βάση τις προβλέψεις και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με διαφορά σε σχέση με το βασικό σενάριο για την Ελλάδα τον υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης.

Το κακό σενάριο
Το κακό σενάριο για το χρέος έχει ως βάση τη διατήρηση του υψηλού πληθωρισμού σε μονιμότερη βάση. Η ΕΚΤ θα αναγκαστεί να αναθεωρήσει τις εκτιμήσεις της και να πάρει θέση ώστε να περιορίσει την υπερβάλλουσα ρευστότητα που θα τροφοδοτεί τις υψηλές τιμές. Αυτό θα έχει ως συνέπεια να μειώσει ή ακόμη και να διακόψει πρόωρα το έκτακτο πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων και να ξεκινήσει την αντίστροφη μέτρηση για την αύξηση των επιτοκίων. Όπως είναι φυσικό, οι αγορές θα αντιδράσουν για να αποφύγουν την επανάληψη της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008. Όλα αυτά θα έχουν ως συνέπεια οι αποδόσεις για τα ελληνικά ομόλογα να αυξηθούν και ο δανεισμός από τις αγορές να γίνει όλο και ακριβότερος. Η Ελλάδα θα έχει την δυνατότητα να προαγοράσει ακριβό χρέος (πχ μέρος από το διμερές δάνειο με τα κράτη μέλη της Ευρωζώνης ή τα 1,8 δισ. του ΔΝΤ ) χρησιμοποιώντας τα ταμειακά της διαθέσιμα. Αυτό θα γίνει όμως με μικρότερη ταχύτητα από ότι αναμένονταν, γιατί θα χρειαστεί να κρατήσει αποθέματα για να καλύψει διακυμάνσεις των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων. Η επενδυτική βαθμίδα θα έρθει αλλά πολύ αργότερα, προς το τέλος του 2023 ή το 2024 και μόνο αν οι αγορές έχουν ηρεμήσει από την αλλαγή της νομισματικής πολιτικής.

Ο φαύλος κύκλος θα κλείσει, αν οι συζητήσεις στην Ευρωζώνη καταλήξουν σε μη συμφωνία η σε ένα καθεστώς διατήρησης των σημερινών κανόνων ως έχουν. Η Ελλάδα θα πρέπει να μειώσει σε ετήσια βάση κατά τουλάχιστον 7% του ΑΕΠ το χρέος της κάθε χρόνο, ανεξάρτητα από το αν είναι σε ύφεση ή ανάπτυξη. Ακόμη όμως και αν το ΑΕΠ συνεχίζει να αυξάνεται, θα το κάνει με μικρότερους ρυθμούς καθώς θα πρέπει να μειωθούν οι δαπάνες ώστε να συνεχίσει να εξυπηρετείται ο ετήσιος στόχος του 1/20 για την μείωση του χρέους.

Πηγή : capital.gr