2,9% η μέση αύξηση στα ενοίκια και 2,2% στα τιμές πώλησης κατοικιών στην Αιτωλοακαρνανία
Απτόητη μένει η εγχώρια αγορά ακινήτων παρουσιάζοντας αυξητικές τάσεις και το 2025. Το στεγαστικό ζήτημα στη Δυτική Ελλάδα και την Αιτωλοακαρνανία δεν είναι βεβαίως τόσο έντονο όσο στα μεγάλα αστικά κέντρα, εντούτοις ένα σημαντικό μέρος των ενοικιαστών εμπίπτει στην κατηγορία όσων επιβαρύνονται υπέρμετρα από το κόστος στέγασης.
Το μόνο ενθαρρυντικό, αν θα μπορούσε κάποιος να το ονομάσει έτσι, τουλάχιστον για την Αιτωλοακαρνανία είναι ότι η χρονιά που πέρασε είχε μικρότερες αυξήσεις στα ακίνητα σε σχέση με το 2024, καθώς παρατηρήθηκε μια επιβράδυνση στην αύξηση των τιμών.
Σε πανελλαδικό επίπεδο ετήσια αύξηση 9,6% σημείωσαν οι τιμές πώλησης ακινήτων το 2025, ενώ οι τιμές ενοικίασης «έτρεξαν» με 4,2% σε σύγκριση με το 2024, επιβεβαιώνοντας πως ο κλάδος της αγοράς ακινήτων βρίσκεται σε συνεχή ανοδική πορεία. Την ίδια στιγμή, η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά πως οι τιμές των ακινήτων δεν έχουν πιάσει «ταβάνι» και αναμένεται η αυξητική τους τάση να διατηρεί και στο προσεχές μέλλον, τροφοδοτούμενη από την ισχυρή ζήτηση και τη χαμηλή προσφορά.
Τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία της πλατφόρμα spitogatos δείχνουν πως τους τελευταίους τρεις μήνες καταγράφηκε άνοδος 1,8% στις τιμές πώλησης, ενώ οι τιμές ενοικίασης παρουσίασαν μείωση 3,5% σε σχέση με το τρίτο τρίμηνο του 2025.
Στην Αιτωλοακαρνανία οι μέσες τιμές πώλησης των ακινήτων το 2025 έκλεισαν στο δ’ τρίμηνο, με μικρή αύξηση 1,6%, ενώ οι τιμές ενοικίασης των ακινήτων με αύξηση 2,1%. Συνολικά μέσα στη χρονιά που πέρασε οι μέσες τιμές πώλησης των κατοικιών αυξήθηκαν κατά 2,2%, παρουσιάζοντας δηλαδή μία επιβράδυνση σε σχέση με το 2024, όπου είχαν αυξηθεί κατά 3,9%. Ακόμα μεγαλύτερη ήταν η επιβράδυνση στις τιμές των ενοικίων, καθώς οι μέσες τιμές ενοικίασης κατοικιών το 2025 αυξήθηκαν κατά 2,9%, ενώ το 2024 είχαν αυξηθεί κατά 6,1%.
Δυτική Ελλάδα : Στο 35% οι κενές κατοικίες, στο 28% το ποσοστό υπέρμετρης επιβάρυνσης
Φοροαπαλλαγές, μέτρα ελέγχου των τιμών των ενοικίων και νέος φορέας για την αξιοποίηση της δημόσιας γης περιλαμβάνονται στις προτάσεις της διαΝΕΟσις, σε έρευνά της σχετικά με τη στεγαστική κρίση της χώρας.
Η νέα μελέτη, η οποία πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με το ΙΟΒΕ, επιχειρεί να χαρτογραφήσει με λεπτομέρεια το οξύ αυτό πρόβλημα και να προτείνει χρήσιμες κατευθύνσεις πολιτικής.
Υπενθυμίζεται ότι το ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος που δαπανούν τα ελληνικά νοικοκυριά για στεγαστικά έξοδα, που περιλαμβάνουν ενοίκια, στεγαστικό δανεισμό, δημοσιονομικά τέλη, και ενεργειακό κόστος, υπερβαίνει κατά πολύ τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αγγίζοντας το 35,5% το 2024, σε σύγκριση με το 19,2% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στη Δυτική Ελλάδα, το ποσοστό υπέρμετρης επιβάρυνσης του κόστους στέγασης, δηλαδή το ποσοστό όσων δαπανούν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για τη στέγασή τους, φτάνει το 28% και αυτό είναι το τέταρτο μικρότερο μεταξύ των περιφερειών της χώρας, καθώς όπως έχει φανεί σε σχετική πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ και της Τράπεζας της Ελλάδας για την προσιτότητα της στέγασης, το ποσοστό του εισοδήματος που δαπανούν τα ελληνικά νοικοκυριά στις αστικές περιοχές, υπερβαίνει το αντίστοιχο ποσοστό σε ημιαστικές ή αγροτικές περιοχές.
Σαφώς όμως το ποσοστό αυτό διαμορφώνεται από ένα συνδυασμό πραγμάτων, δηλαδή το αν μια περιφέρεια είναι φτωχότερη και βεβαίως το πόσο υψηλές είναι οι τιμές των κατοικιών. Το θετικό στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι η Δυτική Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει τη στεγαστική κρίση στο βαθμό που την αντιμετωπίζει η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη, αφού οι τιμές αν και σε ανοδική πορεία τα τελευταία χρόνια παραμένουν χαμηλότερες από τα μεγάλα αστικά κέντρα.
Για την αξιοποίηση των κενών κατοικιών, η μελέτη της διαΝΕΟσις προτείνει βελτιώσεις σε υφιστάμενα προγράμματα, όπως το «Ανακαινίζω-Νοικιάζω» με ανώτατο όριο μίσθωσης και ελάχιστη διάρκεια μισθώσεων, ενώ συμπληρωματικά θα μπορούσαν να χορηγούνται φοροελαφρύνσεις σε ιδιοκτήτες ή κατασκευαστές που προσφέρουν κατοικίες με μειωμένο ενοίκιο.
Ενδιαφέρον έχουν τα στοιχεία που παρουσιάζει η μελέτη για τα κενά σπίτια, ένα μερίδιο της αγοράς κατοικίας που για πολλούς κρύβει σημαντικές λύσεις στη στεγαστική κρίση.
Στο βασικό κομμάτι της προσφοράς, στην απογραφή πληθυσμού-κατοικιών του 2021 που διενήργησε η ΕΛΣΤΑΤ, ο συνολικός αριθμός των κενών κατοικιών στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των εξοχικών κατοικιών και των δευτερευουσών κατοικιών, ήταν 2.277.615, που αντιπροσωπεύει το 35% του συνολικού στεγαστικού αποθέματος της χώρας. Αντιθέτως, η Αττική κατέχει το μικρότερο ποσοστό κενών κατοικιών από όλες τις υπόλοιπες περιφέρειες (24%).
Στη Δυτική Ελλάδα το ποσοστό των κατοικιών με βάση την έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ κινείται κοντά στον πανελλαδικό μέσο όρο φτάνοντας το 35%. Γεγονός που συνεπάγεται ότι εν αντιθέσει με την Αττική υπάρχουν σημαντικά και πιο εύκολα περιθώρια να αυξηθεί η προσφορά ακινήτων, με την προϋπόθεση βεβαίως να αποδώσουν τα επιδοτούμενα προγράμματα.






