Μια αναγκαία συζήτηση για το παρόν και το μέλλον της δημόσιας εκπαίδευσης
Άρθρο του προέδρου της Β’ ΕΛΜΕ Αιτωλοακαρνανίας Βαγγέλη Τσούκα
Η συζήτηση που αναπτύσσεται το τελευταίο διάστημα, με αφορμή τις συνεδριάσεις των ΠΥΣΔΕ σχετικά με τα «Κενά και Πλεονάσματα Εκπαιδευτικού Προσωπικού Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης», αναδεικνύει μια σειρά από κρίσιμα ζητήματα που δεν αφορούν αποκλειστικά τη διοικητική διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού της εκπαίδευσης, αλλά συνδέονται άμεσα με την ποιότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Η έννοια των «πλεονασμάτων» εκπαιδευτικών δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα καθαρά τεχνικό ή λογιστικό ζήτημα. Αντίθετα, σχετίζεται με τον τρόπο οργάνωσης της σχολικής ζωής, με τη διαμόρφωση των τμημάτων, με τις συνθήκες διδασκαλίας και, τελικά, με τις δυνατότητες που παρέχονται στους μαθητές για ουσιαστική μάθηση.
Στο πλαίσιο αυτό, προκύπτει επιτακτικά η ανάγκη επανεξέτασης του αριθμού μαθητών ανά τμήμα και η άμεση θεσμοθέτηση της μείωσής του. Οι μεταβολές που έχουν συντελεστεί τις τελευταίες δεκαετίες στο κοινωνικό και εκπαιδευτικό περιβάλλον καθιστούν ολοένα και πιο εμφανές ότι τα πολυπληθή τμήματα δεν ανταποκρίνονται πλέον στις σύγχρονες παιδαγωγικές απαιτήσεις. Η σχολική τάξη χαρακτηρίζεται σήμερα από αυξημένη ετερογένεια, τόσο ως προς το γλωσσικό και πολιτισμικό υπόβαθρο των μαθητών όσο και ως προς τις μαθησιακές τους ανάγκες. Η πολυπολιτισμικότητα της κοινωνίας, οι διαφορετικές μαθησιακές αφετηρίες και η παρουσία μαθητών με ποικίλες δυσκολίες ή ανάγκες υποστήριξης καθιστούν ιδιαίτερα απαιτητική την εκπαιδευτική διαδικασία.
Σε τμήματα που υπερβαίνουν τους είκοσι μαθητές, οι δυνατότητες του εκπαιδευτικού να ανταποκριθεί ουσιαστικά σε αυτή την ποικιλομορφία περιορίζονται σημαντικά. Συχνά η διδασκαλία περιορίζεται στην κάλυψη της προβλεπόμενης ύλης, χωρίς να υπάρχει ο αναγκαίος χρόνος για εξατομικευμένη υποστήριξη, για ουσιαστική διερεύνηση των αποριών των μαθητών ή για την έγκαιρη αντιμετώπιση των μαθησιακών δυσκολιών που εμφανίζονται. Η κατάσταση αυτή έχει ως συνέπεια οι μαθητές που αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες να απομακρύνονται σταδιακά από τη μαθησιακή διαδικασία, ενώ ταυτόχρονα περιορίζονται και οι δυνατότητες περαιτέρω ανάπτυξης των μαθητών που θα μπορούσαν να προχωρήσουν σε υψηλότερο επίπεδο.
Παράλληλα, η λειτουργία μικρότερων τμημάτων συμβάλλει ουσιαστικά στη διαμόρφωση ενός πιο υποστηρικτικού μαθησιακού περιβάλλοντος. Όταν ο αριθμός των μαθητών είναι περιορισμένος, ενισχύεται το αίσθημα οικειότητας και ασφάλειας μεταξύ των μελών της τάξης, γεγονός που διευκολύνει τη συμμετοχή των μαθητών στη μαθησιακή διαδικασία και μειώνει τον φόβο του λάθους. Η ενεργός συμμετοχή ενθαρρύνεται, η αυτοπεποίθηση των μαθητών ενισχύεται και η εκπαιδευτική διαδικασία αποκτά περισσότερο συνεργατικό χαρακτήρα. Ταυτόχρονα, η διαχείριση της τάξης καθίσταται αποτελεσματικότερη, καθώς μειώνονται οι εντάσεις, οι συγκρούσεις και τα φαινόμενα θορύβου, γεγονός που δημιουργεί ευνοϊκότερες συνθήκες για την ανάπτυξη της μάθησης.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά επίσης η ηλικιακή σύνθεση του εκπαιδευτικού προσωπικού. Το εκπαιδευτικό σώμα στη χώρα μας παρουσιάζει υψηλό μέσο όρο ηλικίας, ενώ το ισχύον θεσμικό πλαίσιο επιτρέπει την παραμονή των εκπαιδευτικών στην τάξη έως και το 67ο ή 68ο έτος της ηλικίας τους. Ωστόσο, η σύγχρονη σχολική πραγματικότητα χαρακτηρίζεται από αυξημένες απαιτήσεις τόσο σε παιδαγωγικό όσο και σε ψυχοσωματικό επίπεδο. Η καθημερινή διαχείριση της τάξης, η αντιμετώπιση πολυπληθών και ετερογενών τμημάτων, καθώς και η ανάγκη προσαρμογής σε διαρκώς μεταβαλλόμενες εκπαιδευτικές πρακτικές δημιουργούν ένα ιδιαίτερα απαιτητικό εργασιακό περιβάλλον. Σε αυτό το πλαίσιο, η παρατεταμένη παραμονή εκπαιδευτικών μεγάλης ηλικίας στην τάξη ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένη κόπωση και επαγγελματική εξουθένωση, με επιπτώσεις τόσο για τους ίδιους όσο και για την αποτελεσματικότητα της διδασκαλίας.
Επιπλέον, οι δημογραφικές εξελίξεις των επόμενων ετών αναμένεται να επηρεάσουν σημαντικά τη λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος. Η υπογεννητικότητα, η οποία ήδη καταγράφεται τα τελευταία χρόνια, οδηγεί σταδιακά σε μείωση του μαθητικού πληθυσμού. Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να επιφέρει περιορισμό του αριθμού των τμημάτων, συγχωνεύσεις σχολικών μονάδων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και το κλείσιμο απομακρυσμένων σχολείων. Οι συνέπειες αυτών των εξελίξεων δεν περιορίζονται μόνο στη λειτουργία των σχολικών μονάδων, αλλά επηρεάζουν άμεσα και τη διάρθρωση των οργανικών θέσεων, τις μετακινήσεις των εκπαιδευτικών και τις προοπτικές νέων προσλήψεων.
Υπό το πρίσμα των παραπάνω παρατηρήσεων, καθίσταται σαφές ότι το ζήτημα των οργανικών κενών και των πλεονασμάτων δεν μπορεί να εξετάζεται αποκομμένα από τις ευρύτερες παιδαγωγικές και κοινωνικές παραμέτρους της εκπαίδευσης. Η συζήτηση οφείλει να μετατοπιστεί από μια στενά διοικητική προσέγγιση προς μια πιο ολοκληρωμένη θεώρηση, η οποία θα λαμβάνει υπόψη τόσο τις ανάγκες των μαθητών όσο και τις συνθήκες εργασίας των εκπαιδευτικών. Στο πλαίσιο αυτό, η μείωση του αριθμού μαθητών ανά τμήμα και η επανεξέταση του ορίου ηλικίας παραμονής των εκπαιδευτικών στην τάξη αποτελούν ζητήματα ιδιαίτερης σημασίας, τα οποία θα πρέπει να ενταχθούν σε έναν ευρύτερο και ουσιαστικό διάλογο για το μέλλον της δημόσιας εκπαίδευσης.






