Πέντε σημαντικά ζητήματα αναδεικνύει έρευνα που αξιολόγησε την εφαρμογή στη Δυτική Ελλάδα των πολιτικών για την αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών
Στη Δυτική Ελλάδα υπάρχουν φορείς με εμπειρία, γνώση και ουσιαστική δέσμευση, αλλά η καθημερινή εφαρμογή των πολιτικών εξακολουθεί να δοκιμάζεται από ελλείψεις πόρων, ασυνέχειες, περιορισμούς και άνισες δυνατότητες ανταπόκρισης.
Αυτό είναι ένα από τα βασικά συμπεράσματα της έρευνας που υλοποίησε η Equal Society για την αξιολόγηση της εφαρμογής των πολιτικών για την πρόληψη και αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών σε περιφερειακό επίπεδο στη Δυτική Ελλάδα.Στην έρευνα συμμετείχαν μέσω ειδικών ερωτηματολογίων δημόσιοι, αυτοδιοικητικοί και λοιποί θεσμικούς φορείς της Δυτικής Ελλάδας, καθώς και 4 αστυνομικοί φορείς / Γραφεία Αντιμετώπισης Ενδοοικογενειακής Βίας, αλλά και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών.
Η συνολική εικόνα που προκύπτει από την έρευνα είναι ότι οι φορείς αναγνωρίζουν την ύπαρξη ενός σημαντικού θεσμικού και πολιτικού πλαισίου, αλλά ταυτόχρονα επισημαίνουν ότι η αποτελεσματικότητά του περιορίζεται από κενά στην εφαρμογή, την επάρκεια των πόρων, τον συντονισμό μεταξύ υπηρεσιών και τη διαθεσιμότητα υποστηρικτικών δομών. Είναι χαρακτηριστικό μεταξύ άλλων ότι οι φορείς που συμμετείχαν στην έρευνα σε ποσοστό 65,4% αναγνωρίζουν νομοθετικές ελλείψεις.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στην έρευνα καταγράφονται οι δομές που λειτουργούν στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας και παρέχουν ένα δίχτυ προστασίας στα θύματα της έμφυλης βίας και μια τέτοια περίπτωση, που μάλιστα αναφέρεται ως καλή πρακτική, είναι ο Ξενώνας Φιλοξενίας Κακοποιημένων Γυναικών του Δήμου Αγρινίου, που λειτουργεί εδώ και περίπου 12χρόνια. Ωστόσο το 50% των φορέων που συμμετείχαν στην έρευνα δηλώνει ότι το προσωπικό και η χρηματοδότηση δεν επαρκούν. Οι ελλείψεις μεταφράζονται σε απουσία εξειδικευμένων ψυχολόγων και δυσκολία διαχείρισης περιστατικών που αφορούν παιδιά ή γυναίκες με ζητήματα ψυχικής υγείας.Επίσης παρά την τεράστια σημασία που αποδίδουν οι φορείς στη συνεργασία, η γραφειοκρατία και η έλλειψη κοινών πρωτοκόλλων παραμένουν εμπόδια. Μόλις το 53,8% των φορέων αναγνωρίζει την ύπαρξη θεσμοθετημένων διαδικασιών συντονισμού.
Ένα δεύτερο βασικό συμπέρασμα είναι ότι οι φορείς αναγνωρίζουν πως υπάρχουν σημαντικές υπηρεσίες υποστήριξης και αξιόλογες καλές πρακτικές σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, ιδίως μέσα από συμβουλευτικά κέντρα, ξενώνες φιλοξενίας και δράσεις ενημέρωσης και πρόληψης. Την ίδια στιγμή, όμως, επαναλαμβάνεται η διαπίστωση ότι οι υπηρεσίες αυτές δεν επαρκούν πάντοτε, ούτε καλύπτουν με ισότιμο τρόπο όλες τις ανάγκες ή όλες τις γεωγραφικές περιοχές.
Ένα τρίτο κοινό μοτίβο που αναδύεται είναι η κεντρική σημασία των πόρων. Η έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού, η ανεπαρκής χρηματοδότηση, οι περιορισμένες υποδομές και η απουσία εξειδικευμένων υπηρεσιών αναφέρονται επανειλημμένα ως παράγοντες που περιορίζουν την αποτελεσματικότητα τόσο των πολιτικών όσο και των παρεχόμενων υπηρεσιών.
Τέταρτο επαναλαμβανόμενο ζήτημα είναι η σημασία του συντονισμού και της συνεργασίας. Παρότι οι περισσότεροι φορείς συνεργάζονται ήδη με άλλους οργανισμούς και αποδίδουν εξαιρετικά μεγάλη σημασία στον συντονισμό, η εικόνα είναι λιγότερο ισχυρή όταν εξετάζεται η ύπαρξη σταθερών, θεσμοθετημένων και αποτελεσματικών διαδικασιών συνεργασίας. Οι δυσκολίες συντονισμού, οι καθυστερήσεις, οι διαφορετικές διαδικασίες και η γραφειοκρατία αναδεικνύονται ως σταθερά εμπόδια.
Πέμπτο σημαντικό συμπέρασμα είναι ότι η τεκμηρίωση, η αξιολόγηση και η παρακολούθηση των παρεμβάσεων παραμένουν περιορισμένες. Πολλοί φορείς δεν χρησιμοποιούν σταθερούς δείκτες αξιολόγησης και δεν διαθέτουν δημοσιευμένα αποτελέσματα από τη δράση τους. Αυτό περιορίζει τη δυνατότητα συστηματικής μάθησης, αποτίμησης της αποτελεσματικότητας και λογοδοσίας.
Προτάσεις
Οι απαντήσεις των φορέων περιλαμβάνουν μια σειρά από πολύ συγκεκριμένες διατυπώσεις, οι οποίες αποτυπώνουν με σαφήνεια τις προτεραιότητες που αναδεικνύονται από το πεδίο. Ενδεικτικά, καταγράφονται προτάσεις όπως:
• η δημιουργία δομών στελεχωμένων με ειδικούς για τη στήριξη των γυναικών – θυμάτων βίας,
• η λειτουργία περισσότερων ξενώνων φιλοξενίας και συμβουλευτικών κέντρων σε επίπεδο δήμου,
• η ύπαρξη ψυχολόγου ή ειδικά αρμόδιου στελέχους σε κάθε υπηρεσία πρώτης γραμμής,
• η ενίσχυση της συνεργασίας και της δικτύωσης μεταξύ φορέων,
• η ανάπτυξη τοπικών δικτύων πρόληψης και πρωτοκόλλων συνεργασίας,
• η συνεχής κατάρτιση των αρμόδιων φορέων και η ενημέρωση της ομάδας στόχου,
• η αναγνώριση της γυναικοκτονίας ως διακριτού εγκλήματος,
• η εξειδίκευση των παρεμβάσεων για την ψηφιακή έμφυλη βία,
• και η ανάπτυξη ψηφιακής πλατφόρμας ενημέρωσης και εξ αποστάσεως επιμόρφωσης.
Οι παραπάνω διατυπώσεις δείχνουν ότι οι φορείς δεν περιορίζονται σε γενικές αναφορές, αλλά διατυπώνουν συγκεκριμένες, πρακτικές και συχνά άμεσα εφαρμόσιμες προτάσεις.







