Άσχημα ξεκίνησε και το 2026 για το λιανεμπόριο: Μείωση έως 3,6% στη Δυτική Ελλάδα
Σημαντική μείωση της τάξης του 16% είχαν στον τζίρο τους τα καταστήματα στο λιανεμπόριο το πρώτο τρίμηνο του 2026, συγκριτικά με το τέταρτο τρίμηνο του 2025, ενώ είδαν αύξηση κατά 3,2% σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του 2025, όπως αναφέρουν στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ.
O κλάδος στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας εξακολουθεί να βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση, καθώς μετά από μια πτωτική χρονιά όπως ήταν το 2025, η καθίζηση συνεχίζεται και το 2026. Έστω και με ένα οριακό ποσοστό ο τζίρος του κλάδου σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ μειώθηκε (συγκριτικά με το αντίστοιχο τρίμηνο της προηγούμενης χρονιάς) κατά 0,3% στο σύνολο του κλάδου και κατά 0,7% στο βασικό κομμάτι του λιανεμπορίου (δηλαδή εκτός τροφίμων, οχημάτων και καυσίμων).
Ωστόσο από την επεξεργασία των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ, που έκανε το Ινστιτούτο Εμπορίου και Υπηρεσιών (ΙΝ.ΕΜ.Υ) της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου & Επιχειρηματικότητας (Ε.Σ.Ε.Ε.), δίνοντας έμφαση στην εικόνα που εμφανίζουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις του λιανικού εμπορίου, προκύπτει μια ακόμη περισσότερο ζοφερή εικόνα για τον κλάδο.
Σύμφωνα με την ανάλυση της ΕΣΕΕ ανά περιφέρεια ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων λιανικού εμπορίου (εκτός τροφίμων/ καυσίμων/ οχημάτων) στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας μειώθηκε κατά 3,6%, ποσοστό που κατατάσσει τη Δυτική Ελλάδα στη χειρότερη θέση πανελλαδικά με την ισχυρότερη μείωση.
Αξίζει να σημειωθεί ότι υπογραμμιστεί για την εικόνα στο α’ τρίμηνο του 2026 που δεν έχουν αποτυπωθεί πλήρως οι επιπτώσεις της κρίσης στον Περσικό Κόλπο και τη Μέση Ανατολή στο εισόδημα των νοικοκυριών και στις τιμές των προϊόντων, με την άνοδο των καυσίμων και της ενέργειας. Έτσι εκτιμάται ότι η εικόνα του τριμήνου που διανύουμε θα είναι ακόμη χειρότερη για τον κλάδο.
«Αντέχουν» οι μεγάλοι, «πιέζονται» οι μικροί
Σύμφωνα με την ανάλυση της ΕΣΕΕ:
Το α’ τρίμηνο του 2026, ο κύκλος εργασιών στο λιανικό εμπόριο εκτός τροφίμων/οχημάτων/καυσίμων μειώθηκε, σε πραγματικές τιμές, κατά 0,8%, σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025, [όταν σε ονομαστικές τιμές αυξήθηκε κατά +2,2%].
Η εξέλιξη αυτή σημαίνει πως η αύξηση του τζίρου στο σύνολο του λιανικού οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην άνοδο του γενικού επιπέδου των τιμών (πληθωρισμό) και όχι στην πώληση περισσότερων προϊόντων. Η πλέον όμως ανησυχητική εξέλιξη έγκειται στο γεγονός ότι η επιβράδυνση/υποχώρηση του κύκλου εργασιών σε πραγματικούς όρους φαίνεται να παγιώνεται το τελευταίο χρονικό διάστημα.
Η έρευνα της ΕΣΕΕ υπογραμμίζει ωστόσο τις μεγάλες διαφοροποιήσεις που καταγράφονται στο τζίρο των μεγάλων και των μικρών επιχειρήσεων του κλάδου, με τις δεύτερες να πιέζονται πολύ περισσότερο. Έτσι την ώρα που οι μεγάλες επιχειρήσεις κατέγραψαν αξιοσημείωτη ενίσχυση των πραγματικών τους πωλήσεών κατά 1,4% στο σύνολο των μικρομεσαίων στο λιανικό, ο κύκλος εργασιών, σε διορθωμένες ως προς τον πληθωρισμό τιμές, υποχώρησε κατά 1,5%. Μάλιστα οι πωλήσεις στην «καρδιά του παραδοσιακού εμπορίου», δηλαδή της ένδυσης και της υπόδησης, ήταν και πάλι υποτονικές σε απαλλαγμένες από τον πληθωρισμό τιμές (Ένδυση: -1,2% και Υπόδηση: -0,6%). Αυτό σύμφωνα με την ΕΣΕΕ αντικατοπτρίζει την έλλειψη του διαθέσιμου εισοδήματος αλλά και συνεχούς διογκούμενης αβεβαιότητας λόγω της πολεμικής σύγκρουσης στο Ιράν.
Παράλληλα η ΕΣΕΕ παρατηρεί και την αύξηση των ακάλυπτων επιταγών συγκριτικά με το ίδιο διάστημα το 2025, η οποία προφανώς δηλώνει τη στενότητα ρευστότητας στην αγορά. Η εικόνα αυτή μπορεί να ανατραπεί μόνο μέσα από την άμεση επαναφορά του μέτρου των 120 δόσεων για οφειλές στο δημόσιο και την ελάφρυνση των ασφαλιστικών και φορολογικών υποχρεώσεων, αναφέρει η ΕΣΕΕ.
Σχολιάζοντας τα στοιχεία ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ κ. Σταύρος Καφούνης έκανε λόγο για συνεχείς προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει το ελληνικό εμπόριο και μάλιστα άμεσα.
«Τα ευρήματα αυτά επιβεβαιώνουν την ευαλωτότητα των πολύ μικρών και μικρών εμπορικών επιχειρήσεων, που δείχνουν εμφανή σημάδια κόπωσης και ελλείμματος ρευστότητας υπό το βάρος του διογκωμένου λειτουργικού κόστους και σε περιβάλλον συμπιεσμένης αγοραστικής δύναμης, υπέρμετρων φορολογικών επιβαρύνσεων και κοστοβόρου ψηφιακής γραφειοκρατίας» αναφέρει ο Στ. Καφούνης και προσθέτει ότι «η αντιστροφή αυτής της πορείας αποτελεί ευθύνη της Πολιτείας, μέσα από ένα πλαίσιο αναπτυξιακών παρεμβάσεων, χρηματοδοτικών ενισχύσεων και φορολογικών ελαφρύνσεων, ξεκάθαρα στοχευμένων στις ανάγκες της πραγματικής οικονομίας».







