Λιανεμπόριο:Τρόφιμα και καύσιμα «τρώνε» την αύξηση του τζίρου
Το ελληνικό λιανεμπόριο εξακολουθεί να εμφανίζει στις στατιστικές αύξηση του συνολικού κύκλου εργασιών, ωστόσο η αύξηση αυτή είναι μικρότερη του πληθωρισμού και αφορά κυρίως τρόφιμα και καύσιμα. Υπολογίζοντας δηλαδή και τον πληθωρισμό το πρόσημο γίνεται ουσιαστικά αρνητικό.
Παράλληλα σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ στο β’ τρίμηνο του 2026 οι πολύ μικρές επιχειρήσεις αύξησαν τον τζίρο τους μόλις 0,9%, έναντι 3,4% των μικρών και 3,5% των μεσαίων.Για το σύνολο των επιχειρήσεων του τομέα λιανικού εμπορίου, ο κύκλος εργασιών το δεύτερο τρίμηνο του 2026 σημείωσε αύξηση 2,8% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο 2025.Όμως για τις επιχειρήσεις του τομέα λιανικού εμπορίου χωρίς τους κλάδους οχημάτων, τροφίμων και καυσίμων, δηλαδή για το παραδοσιακό λιανεμπόριο η αύξηση του τζίρου ήταν πολύ μικρότερη φτάνοντας στο 1,2%.
Άλλο η κατανάλωση
Η ανακοίνωση της ΕΛΣΤΑΤ αφορά κύκλο εργασιών σε ευρώ. Δεν μετρά τον φυσικό όγκο των προϊόντων που αγοράστηκαν. Συνεπώς, αύξηση του τζίρου κατά 2,8% δεν σημαίνει αυτομάτως ότι οι καταναλωτές αγόρασαν 2,8% περισσότερα προϊόντα.
Ο τζίρος επηρεάζεται τόσο από τις ποσότητες, όσο και από το επίπεδο των τιμών. Για να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα για την πραγματική αγοραστική δραστηριότητα και τον όγκο κατανάλωσης χρειάζεται συνδυασμός με τους αντίστοιχους δείκτες όγκου και τιμών.
Ακριβώς γι’ αυτό, το γεγονός ότι ένα μεγάλο κομμάτι της αγοράς εμφανίζει ονομαστική αύξηση μόλις 1,2% χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή και δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως ισχυρή επέκταση της κατανάλωσης.
Σε τρόφιμα και καύσιμα το 85%
Η κεντρική εικόνα που προκύπτει από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ είναι ότι περίπου το 85% της πρόσθετης ονομαστικής αγοράς προέρχεται από οχήματα, τρόφιμα και καύσιμα. Το λιανεμπόριο εκτός αυτών αυξάνεται μόλις 1,2%. Το άθροισμα οχημάτων, τροφίμων και καυσίμων είχε εκτιμώμενο κύκλο εργασιών περίπου 12,495 δισ. ευρώ το β΄ τρίμηνο του 2025 και περίπου 12,965 δισ. ευρώ το 2026. Η αύξηση αυτής της ομάδας προσεγγίζει επομένως τα 470 εκατ. ευρώ απέναντι στα συνολικά 551,7 εκατ. ευρώ αύξησης του λιανεμπορίου, αυτό σημαίνει ότι περίπου 85 λεπτά από κάθε ένα πρόσθετο ευρώ τζίρου προήλθαν από αυτές τις τρεις μεγάλες κατηγορίες.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα των στοιχείων, ό,τι δηλαδή η όποια αύξηση του τζίρου συγκεντρώνεται σε συγκεκριμένα τμήματα της αγοράς, τα οποία βεβαίως σχετίζονται και με αναπόφευκτες ανάγκες των καταναλωτών.
Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις πιέζονται περισσότερο
Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις έχουν μακράν τον μεγαλύτερο τζίρο. Κι όμως, καταγράφουν τη μικρότερη αύξηση: μόλις 0,9%. Αντίθετα, οι μεσαίες επιχειρήσεις κινούνται με +3,5% και οι μικρές με +3,4%.Η διαφοροποίηση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν αφαιρεθούν οχήματα, τρόφιμα και καύσιμα. Οι μεσαίες επιχειρήσεις εμφανίζουν αύξηση 7,5%, όταν οι πολύ μικρές επιχειρήσεις περιορίζονται στο 1,1%.Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, ιδίως για τις μικρότερες πληθυσμιακά περιοχές της επαρχίας, όπου η παρουσία των πολύ μικρών επιχειρήσεων είναι εντονότερη.
Η εικόνα στη Δυτική Ελλάδα
Αντίστοιχη εικόνα παρουσίασε ο κλάδος και στην Δυτική Ελλάδα με το παραδοσιακό λιανεμπόριο να περιορίζεται σε μια αύξηση 0,7% ενώ στο σύνολο του κλάδου (δηλαδή μαζί με καύσιμα και τρόφιμα) είχε αύξηση 2,7%. Αυτή η διαφορά των δύο μονάδων δείχνει ξεκάθαρα, που κατευθύνεται η όποια ονομαστική αύξηση του τζίρου προκύπτει.
Έτσι το γενικό συμπέρασμα είναι ότι η αγορά δεν κινείται με την ίδια ταχύτητα παντού. Και αυτό αφορά και το μέγεθος των επιχειρήσεων, αλλά και το είδος τους. Η νέα εικόνα του λιανεμπορίου μπορεί να μην είναι εικόνα ύφεσης. Είναι όμως εικόνα επιβράδυνσης, και συγκέντρωσης. Ο συνολικός τζίρος συνεχίζει να αυξάνεται, αλλά η αύξηση δεν μοιράζεται ομοιόμορφα, καθώς οι πολύ μικρές επιχειρήσεις εμφανίζουν σχεδόν στάσιμο ονομαστικό τζίρο.







