Η ποσοστιαία κατανομή πόρων για τις ορεινές περιοχές τίθεται ως νέο εργαλείο στην αναθεώρηση του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης 2026-2030, με στόχο να αποκτήσουν «δικό τους κουμπαρά» μέσα στα περιφερειακά προγράμματα. Η παρέμβαση του υφυπουργού παρά τω πρωθυπουργώ Θανάση Κοντογεώργη στην ορεινή Ναυπακτία σηματοδοτεί προσπάθεια να συνδεθεί η αναπτυξιακή πολιτική με συγκεκριμένες, δεσμευτικές χρηματοδοτήσεις για το 1/5 του πληθυσμού που ζει σε ορεινές ζώνες.
Πώς θα λειτουργήσει η ποσοστιαία κατανομή πόρων για τα ορεινά
Σύμφωνα με τον κυβερνητικό σχεδιασμό, το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-2030 θα εξειδικευθεί ώστε ένα σαφές ποσοστό των πόρων να κατευθύνεται υποχρεωτικά σε ορεινές περιοχές, μέσα από τα περιφερειακά προγράμματα. Η λογική είναι ότι οι ειδικές ανάγκες αυτών των περιοχών δεν θα διεκδικούν απλώς μερίδιο από έναν κοινό «κορβανά», αλλά θα έχουν εξασφαλισμένο δημοσιονομικό χώρο που δεν θα μπορεί εύκολα να ανακατευθυνθεί αλλού.
Η ευρωπαϊκή μάχη για το «εδαφικό κόστος»
Παράλληλα με το εγχώριο πρόγραμμα, η ελληνική πλευρά δίνει μάχη στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028-2034 της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Αθήνα διεκδικεί διακριτά κονδύλια για την εδαφική συνοχή, δίνοντας έμφαση στον συνδυασμό ορεινότητας και νησιωτικότητας.
Ο κ. Κοντογεώργης υπενθύμισε ότι η Ελλάδα κατατάσσεται ανάμεσα στα πιο ορεινά κράτη-μέλη της ΕΕ, υπογραμμίζοντας τα εξής:
- Αναγνώριση του «εδαφικού κόστους»: Η μορφολογία του εδάφους δημιουργεί αντικειμενικές δυσκολίες, οι οποίες πρέπει να αποζημιώνονται χρηματοδοτικά και όχι μόνο πολιτικά.
- Ουσιαστική ισότητα: Ίση μεταχείριση δεν υφίσταται όταν εφαρμόζονται οι ίδιοι κανόνες σε τελείως διαφορετικές γεωγραφικές και κοινωνικές πραγματικότητες.
- Πληθυσμιακή κάλυψη: Η διεκδίκηση αφορά 2,3 εκατομμύρια πολίτες (σχεδόν το 20% του συνολικού πληθυσμού της χώρας) που διαβιούν σε αυτές τις περιοχές ζωτικής σημασίας, πέρα από τα συνήθη κοινωνικοοικονομικά κριτήρια.
Ο εκτελεστικός μηχανισμός και το σχέδιο των 12 πυλώνων
Για πρώτη φορά έχει συγκροτηθεί ένας μόνιμος συντονιστικός μηχανισμός: η Ειδική Γραμματεία Ορεινών Περιοχών στην Προεδρία της Κυβέρνησης. Η δομή αυτή συντονίζει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα 12 πυλώνων, το οποίο περιλαμβάνει:
- Χρηματοδοτικά εργαλεία: Αξιοποίηση των Ολοκληρωμένων Χωρικών Επενδύσεων (ΟΧΕ) και στοχευμένα έργα.
- Οικονομία & Επιχειρηματικότητα: Στήριξη του πρωτογενούς τομέα, ειδικά κίνητρα για την επιχειρηματικότητα και την απασχόληση, καθώς και ενίσχυση της κοινωνικής οικονομίας.
- Στέγαση & Υποδομές: Ειδικά στεγαστικά προγράμματα με ποσοστώσεις, κίνητρα εγκατάστασης νέων κατοίκων, καθώς και ενεργειακές και ψηφιακές διασυνδέσεις.
- Υγεία & Παιδεία: Ενίσχυση των δομών με κινητές μονάδες και οικονομικά κίνητρα για την προσέλκυση προσωπικού.
- Πολιτισμός & Περιβάλλον: Ανάπτυξη του ορεινού τουρισμού και προστασία του φυσικού και πολιτιστικού αποθέματος.
Τι σημαίνει για τον πολίτη
Για τους κατοίκους ορεινών περιοχών, η ύπαρξη διακριτού ποσοστού χρηματοδότησης και της Ειδικής Γραμματείας Ορεινών Περιοχών σημαίνει ότι ζητήματα όπως πρόσβαση σε υγεία, παιδεία, στέγαση και συνδεσιμότητα δεν θα αντιμετωπίζονται αποσπασματικά, αλλά μέσα από έναν μόνιμο εκτελεστικό μηχανισμό. Οι 12 πυλώνες πολιτικής – από χρηματοδοτήσεις μέσω ΟΧΕ και ειδικά κίνητρα εργασίας, έως ορεινό τουρισμό, προστασία περιβάλλοντος και ενεργειακές-ψηφιακές διασυνδέσεις – αν μεταφραστούν σε συγκεκριμένα έργα, μπορούν να επηρεάσουν άμεσα το κόστος ζωής, τις επαγγελματικές επιλογές και τη φορολογική βάση αυτών των περιοχών.
Για τους φορολογούμενους συνολικά, η μετατόπιση μέρους των πόρων σε ορεινές και νησιωτικές ζώνες συνιστά πολιτική επιλογή ανακατανομής, η οποία θα κριθεί από το αν θα αποτρέψει την περαιτέρω ερήμωση και θα ενισχύσει την τοπική παραγωγή. Ο διαρκής διάλογος «για την Ορεινότητα», με στάσεις όπως στη Δημητσάνα και την ορεινή Ναυπακτία, δημιουργεί ένα επιπλέον κανάλι θεσμικής πίεσης από τις τοπικές κοινωνίες προς την κεντρική διοίκηση, υπό την προϋπόθεση ότι οι καταγραφές αναγκών θα συνοδεύονται από μετρήσιμες δεσμεύσεις και όχι μόνο από ανακοινώσεις.
Η επιλογή της κυβέρνησης να θεσμοθετήσει ποσοστιαία κατανομή πόρων για ορεινές περιοχές και να δημιουργήσει ειδική γραμματεία δείχνει ότι η περιφερειακή πολιτική περνά από τη ρητορική στην αριθμητική των προϋπολογισμών. Το αν αυτό θα αλλάξει πραγματικά τον χάρτη της εσωτερικής ανισότητας θα φανεί από το κατά πόσο οι «κουμπαράδες» των ορεινών θα μείνουν ανεπηρέαστοι από τις γνωστές πιέσεις της κεντρικής πολιτικής σκηνής.







