Από τις υψηλότερες θέσεις κάτω από τον εθνικό μέσο όρο η Δυτική Ελλάδα στο ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης από το κόστος στέγασης 

Έπειτα από μια τετραετία κατά την οποία το ποσοστό των πολιτών που επιβαρύνονται υπερβολικά από το κόστος στέγασης παρέμενε κοντά στο 30%, η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας κατέγραψε το 2025 σημαντική μείωση. Η υποχώρηση κατά 7,1 ποσοστιαίες μονάδες αλλάζει αισθητά τη θέση της σε σχέση με τις υπόλοιπες ελληνικές περιφέρειες.

Μια σημαντική διαφοροποίηση στην εικόνα της στεγαστικής επιβάρυνσης στη Δυτική Ελλάδα καταγράφουν τα νεότερα στοιχεία της Eurostat για το 2025. Η Δυτική Ελλάδα, η οποία τα προηγούμενα χρόνια συγκαταλεγόταν στις περιοχές της χώρας με τα υψηλότερα ποσοστά υπερβολικής επιβάρυνσης από το κόστος στέγασης, εμφανίζει πλέον αισθητή βελτίωση, υποχωρώντας μάλιστα κάτω από τον εθνικό μέσο όρο.

Σύμφωνα με τα στοιχεία, το ποσοστό στη Δυτική Ελλάδα διαμορφώθηκε το 2025 στο 24,4%, έναντι 31,5% το 2024. Πρόκειται για μείωση κατά 7,1 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε ένα μόλις έτος, μια μεταβολή ιδιαίτερα σημαντική.

Η εξέλιξη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία εάν εξεταστεί σε συνάρτηση με την πορεία της προηγούμενης τετραετίας. Το 2021 το ποσοστό στη Δυτική Ελλάδα βρισκόταν στο 29,2%, για να υποχωρήσει ελαφρώς στο 28,1% το 2022. Το 2023 επανήλθε στο 29,1%, ενώ το 2024 σημείωσε περαιτέρω αύξηση, φθάνοντας στο 31,5%.

Με άλλα λόγια, για τέσσερα διαδοχικά χρόνια η στεγαστική επιβάρυνση παρέμενε σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, κινούμενη γύρω από το 30%, με την κατάσταση να επιδεινώνεται αισθητά το 2024. Η επίδοση του 2025 αποτελεί, επομένως, μια σαφή αντιστροφή αυτής της εικόνας.

Καλύτερη θέση στον περιφερειακό χάρτη

Η υποχώρηση του ποσοστού είχε άμεσο αντίκτυπο και στη συγκριτική θέση της Δυτικής Ελλάδας μεταξύ των 13 ελληνικών περιφερειών. Το 2024, με ποσοστό 31,5%, βρισκόταν μεταξύ των περιφερειών με τη μεγαλύτερη στεγαστική επιβάρυνση, πίσω από την Κεντρική Μακεδονία, την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, την Πελοπόννησο και το Βόρειο Αιγαίο.

Έναν χρόνο αργότερα, η εικόνα είναι αρκετά διαφορετική. Με το ποσοστό να υποχωρεί στο 24,4%, η Δυτική Ελλάδα βρίσκεται πλέον κάτω από τον εθνικό μέσο όρο, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 26,4%.

Μάλιστα, η Δυτική Ελλάδα καταγράφει χαμηλότερη επιβάρυνση από αρκετές άλλες περιοχές της χώρας, όπως η Θεσσαλία (27,1%), η Ήπειρος (26,6%), το Νότιο Αιγαίο (26,3%), η Στερεά Ελλάδα (29,9%), η Κεντρική Μακεδονία (32,3%), η Πελοπόννησος (33,3%) και η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη (33,9%).

Η σύγκριση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς αποτυπώνει όχι μόνο τη βελτίωση της Δυτικής Ελλάδας σε απόλυτους αριθμούς, αλλά και τη μεταβολή της θέσης της στο σύνολο των ελληνικών περιφερειών.

Για έναν στους τέσσερις παραμένει το πρόβλημα

Στο πλαίσιο αυτό, η μείωση που καταγράφεται στη Δυτική Ελλάδα αποτελεί αναμφίβολα μια θετική εξέλιξη. Δεν αναιρεί, ωστόσο, το γεγονός ότι σχεδόν ένας στους τέσσερις κατοίκους της Περιφέρειας εξακολουθεί να ζει σε νοικοκυριό που δαπανά πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για τη στέγαση.

Για το πώς προέκυψε αυτή η μείωση στην υπερβολική επιβάρυνση της στέγασης για τη Δυτική Ελλάδα θα πρέπει οπωσδήποτε κανείς να εκτιμήσει το γεγονός ότι το 2025 φάνηκε να υπάρχει μία σημαντική επιβράδυνση στο ρυθμό αύξησης των ενοικίων, ενώ  σημαντικό ρόλο έχει παίξει και η αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ τα τελευταία χρόνια.

Δεν «τελειώνει» εύκολα η στεγαστική κρίση 

Παρά τη θετική εξέλιξη για τη Δυτική Ελλάδα, η συνολική εικόνα της χώρας εξακολουθεί να προκαλεί προβληματισμό. Η στεγαστική κρίση έχει αναδειχθεί σε μείζον κοινωνικό ζήτημα, καθώς η αύξηση των τιμών των ακινήτων και των ενοικίων, σε συνδυασμό με το κόστος ενέργειας και τις υπόλοιπες δαπάνες ενός νοικοκυριού, περιορίζει ολοένα και περισσότερο το διαθέσιμο εισόδημα.

Ενδεικτικό της έκτασης του προβλήματος είναι ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2025, η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης από το κόστος στέγασης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με 26,4%, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος των 27 κρατών-μελών βρίσκεται μόλις στο 7,7%.

Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται και από την πρόσφατη ανάλυση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για την ελληνική οικονομία, που δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 2026. Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι οι τιμές των κατοικιών στην Ελλάδα αυξήθηκαν σωρευτικά κατά περίπου 85% από το 2017, έναντι αύξησης περίπου 47% στο κατά κεφαλήν διαθέσιμο εισόδημα. Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι η επιβάρυνση από το κόστος στέγασης παραμένει ιδιαίτερα υψηλή, με περίπου δύο στα πέντε νοικοκυριά να δαπανούν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στεγαστικές ανάγκες, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ανάλυσης.

Διαβάστε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από το Αγρίνιο και την Αιτωλοακαρνανία, ακολουθώντας το agrinioculture.gr στο GoogleNews