Άνοδο κατέγραψαν οι εξαγωγές ελληνικών ψαριών ιχθυοκαλλιέργειας κατά το 2025, επιβεβαιώνοντας την ανθεκτικότητα και τη δυναμική του κλάδου ως πυλώνα εξωστρέφειας. Συγκεκριμένα, οι εξαγωγές τσιπούρας και λαβρακιού ανήλθαν στους 97.400 τόνους, αξίας 672 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση 4% ως προς την ποσότητα και κατά 15% ως προς την αξία πωλήσεων, γεγονός που αποτυπώνει τόσο τη βελτίωση των τιμών όσο και τη σταθερή διεθνή ζήτηση για τα ελληνικά ψάρια ιχθυοκαλλιέργειας.
Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), σημαντική βελτίωση κατέγραψαν και οι τιμές παραγωγού, οι οποίες αυξήθηκαν κατά περίπου 10% και για τα δύο βασικά είδη, φτάνοντας σε ιστορικά υψηλά επίπεδα για τον κλάδο. Η εξέλιξη αυτή ενίσχυσε τα αποτελέσματα των επιχειρήσεων αλλά και το συνολικό οικονομικό και κοινωνικό αποτύπωμα της ιχθυοκαλλιέργειας στις τοπικές κοινωνίες όπου λειτουργούν οι μονάδες παραγωγής.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η περαιτέρω διείσδυση των ελληνικών ψαριών σε αγορές τρίτων χωρών, πέραν των παραδοσιακών αγορών της Ε.Ε., γεγονός που συμβάλλει στη γεωγραφική διαφοροποίηση των εξαγωγών και στη μείωση της εξάρτησης από συγκεκριμένες αγορές. Παράλληλα επιβεβαιώνει τη διεθνή αναγνώριση της ποιότητας και της αξιοπιστίας των ελληνικών ψαριών ιχθυοκαλλιέργειας.
Ο Διευθυντής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της ΕΛΟΠΥ κ. Ιωάννης Πελεκανάκης δήλωσε πως «…το 2025 επιβεβαιώθηκε για άλλη μια χρονιά η ισχυρή εξωστρέφεια του κλάδου αφού το 82% της παραγωγής εξάχθηκε σε άλλες χώρες. Παρά τις διακυμάνσεις στην κατανάλωση που παρατηρήθηκε σε μερικές αγορές λόγω των αυξημένων τιμών που προκλήθηκαν από τον πληθωρισμό και τη μειωμένη διαθεσιμότητα του προϊόντος από άλλες χώρες, η προτίμηση των καταναλωτών διατηρήθηκε ισχυρή. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών σε ένα θρεπτικό, ποιοτικό και οικονομικά προσιτό προϊόν, με σταθερή ταυτότητα και υψηλά πρότυπα παραγωγής. Για το 2026 υπάρχει συγκρατημένη αισιοδοξία για την σταθεροποίηση της παραγωγής και τη διατήρησης των τιμών. Περισσότερα στοιχεία θα παρουσιαστούν στην Ετήσια Έκθεση Υδατοκαλλιέργειας, η οποία αναμένεται να δημοσιευθεί στο τέλος του Α’ εξαμήνου 2026.»






