Λίγες επιχειρήσεις της Δυτικής Ελλάδας στα προγράμματα της Αναπτυξιακής Τράπεζας
Μπορεί τα χρήματα που εκταμιεύτηκαν τα τελευταία χρόνια από την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα (ΕΑΤ) προς τις επιχειρήσεις για την ανάπτυξη των επιχειρηματικών τους σχεδίων να αποδείχθηκε ότι άφησαν ιδιαίτερα θετικό αντίκτυπο στο ΑΕΠ της χώρας, όμως αυτή η θετική επίδραση «περιορίστηκε» σε μεγάλο βαθμό στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη και όχι σε περιοχές, όπως η Δυτική Ελλάδα.
Τα ευρήματα της μελέτης του Ιδρύματος Οικονομικών & Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) για το οικονομικό αποτύπωμα των προγραμμάτων της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας προς επιχειρήσεις την περίοδο 2019-2025 παρουσιάστηκαν προ ημερών, αφήνοντας σε μεγάλο βαθμό ικανοποιημένη την ηγεσία του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.
Από το 2019 έως τα μέσα Σεπτεμβρίου 2026, η ΕΑΤ ενέκρινε χρηματοδοτήσεις €15,57 δισ. προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά, μέσω 89.214 δανείων. Τα 61.596 επιχειρηματικά δάνεια, ύψους €12,99 δισ., έφτασαν σε 46.025 επιχειρήσεις, εκ των οποίων το 77% έχει κύκλο εργασιών έως €2 εκατ. και το 72% απασχολεί έως 10 εργαζομένους.
Το κεντρικό εύρημα της μελέτης είναι ότι για κάθε €1 πόρων που δεσμεύονται στα χρηματοδοτικά εργαλεία της ΕΑΤ, παράγονται €3,58 ΑΕΠ. Στο ίδιο €1 αντιστοιχούν €2,10 εισόδημα εργαζομένων και €1,43 δημόσια έσοδα, ενώ σε κάθε €1 εκατ. δεσμευμένων πόρων αντιστοιχούν 110 ετήσιες θέσεις εργασίας.
Σωρευτικά, την περίοδο 2019-2025, τα προγράμματα της ΕΑΤ και οι συνολικές επενδύσεις των ωφελούμενων επιχειρήσεων συνέβαλαν σε:
• €12,5 δισ. συνολική επίδραση στο ΑΕΠ (άμεση, έμμεση και προκαλούμενη)
• 383.600 ετήσιες θέσεις πλήρους απασχόλησης
• €7,3 δισ. εισόδημα εργαζομένων
• €5 δισ. δημόσια έσοδα
Η επίδραση προέρχεται κυρίως από τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα. Το 78% των δανείων κατευθύνθηκε σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Το 56% της επίδρασης στο ΑΕΠ και το 60% της επίδρασης στην απασχόληση προέρχονται από πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις. Το 1/3 της επίδρασης στην απασχόληση προέρχεται αποκλειστικά από πολύ μικρές επιχειρήσεις, με κύκλο εργασιών έως €2 εκατ. Σε επίπεδο κλάδων, το 74% των δανείων (€8,6 δισ.) κατευθύνθηκε στο εμπόριο, τη μεταποίηση και τον κλάδο καταλυμάτων και εστίασης.
Σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη ως συνήθως η μερίδα του λέοντος
Γεωγραφικά, όμως το 61% της επίδρασης στο ΑΕΠ προέρχεται από επιχειρήσεις της Αττικής και της Κεντρικής Μακεδονίας, που έλαβαν δάνεια από την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, ενώ η επαρχία και οι επιχειρήσεις της περιορίστηκε σε ένα δεύτερο ρόλο με εξαίρεση το Νότιο Αιγαίο, τα Ιόνια Νησιά και την Κρήτη που είχαν υψηλότερες πολλαπλασιαστικές επιδράσεις.
Αυτό φαίνεται και μέσα από τις θέσεις απασχόλησης δημιουργήθηκαν από τις ωφελούμενες επιχειρήσεις. Σχεδόν 197.000 θέσεις απασχόλησης δημιουργήθηκαν, από πόρους που διοχετεύθηκαν σε ωφελούμενους της Αναπτυξιακής Τράπεζας σε Αττική και Κεντρική Μακεδονία, τη στιγμή που πανελλαδικά αναπτύχθηκαν 383.600 θέσεις απασχόλησης.
Στη Δυτική Ελλάδα τα χρηματοδοτικά εργαλεία της αναπτυξιακής τράπεζας άφησαν ένα μικρό, ένα ελάχιστο αποτύπωμα, πράγμα που μόνο αρνητικά μπορεί να ιδωθεί, ιδίως αν λάβει κανείς υπ’όψιν του ότι το 78% των δανείων πανελλαδικά κατευθύνθηκε σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες συνιστούν και το βασικό «κορμό» της τοπικής οικονομίας στη Δυτική Ελλάδα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η άμεση επίδραση στο ΑΕΠ της τοπικής οικονομίας της Δυτικής Ελλάδας ανήλθε σε μόλις 0,18% και μόνο η Στερεά Ελλάδα, η Πελοπόννησος και το Βόρειο Αιγαίο είχαν ακόμα μικρότερη επίδραση στο περιφερειακό τους ΑΕΠ.Οι κλάδοι της οικονομίας, που χρηματοδοτήθηκαν από την ΕΑΤ, ήταν κατά βάση το εμπόριο (χονδρικό και λιανικό εμπόριο) που έλαβε σχεδόν το 40% των πόρων, η μεταποίηση που έλαβε το 22,8%, τα καταλύματα και η εστίαση που έλαβαν το 12,2% των πόρων, ενώ οι υπόλοιποι κλάδοι έλαβαν μικρότερα ποσά (από 5% των πόρων και κάτω).
Θα περίμενε κανείς οι επιχειρήσεις της Δυτικής Ελλάδας σε αυτούς τους κλάδους να επιδιώξουν να ωφεληθούν από τα προγράμματα της Αναπτυξιακής Τράπεζας, αλλά κάτι τέτοιο δεν συνέβη σε μεγάλο βαθμό. Κάτι τέτοιο προκαλεί εντύπωση καθώς ένα μόνιμο «παράπονο» των μικρομεσαίων επιχειρήσεων της περιοχής είναι ότι παραμένουν αποκλεισμένες από τον τραπεζικό δανεισμό. Παρ’ όλα αυτά αποδεικνύεται από τα στοιχεία ότι πολλές επιχειρήσεις της περιοχής είτε δεν κατάφεραν, είτε δεν επιδίωξαν να ενταχθούν στα διάφορα προγράμματα της ΕΑΤ, κι ας προσφέρουν καλύτερους όρους από τον κλασικό τραπεζικό δανεισμό.










