Εκτός από τις κενές θέσεις, το πρόβλημα για τη Γεωπονική Σχολή είναι ότι εγγράφονται λιγότεροι από τους επιτυχόντες και ακόμη λιγότεροι είναι οι πραγματικά ενεργοί φοιτητές
Η «διαρροή» φοιτητών τείνει να γίνει να γίνει ένα σημαντικό ζήτημα για το Πανεπιστήμιο Πατρών και ακόμη περισσότερο για Τμήματα χαμηλής ζήτησης, όπως αυτά της Αιτωλοακαρνανίας και της Γεωπονικής Σχολής.
Με αφορμή την έναρξη της νέας ακαδημαϊκής χρονιάς ο Πρύτανης, Χρήστος Μπούρας, δεν έκρυψε τον προβληματισμό του για το γεγονός ότι περίπου 400 επιτυχόντες από τις φετινές Πανελλήνιες Εξετάσεις δεν προχώρησαν φέτος καν στην εγγραφή τους σε διάφορα Τμήματα του Πανεπιστημίου Πατρών. Οι «απώλειες» δεν περιορίζονται μόνο σε τμήματα χαμηλής ζήτησης, αλλά «ακουμπούν» έστω και σε πολύ μικρό βαθμό, ακόμη και Σχολές υψηλής ζήτησης. Για παράδειγμα εννέα από τους επιτυχόντες στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Πατρών δεν ενεγράφησαν τελικά στη Σχολή.
Ειδικότερα σε ό,τι αφορά στα τέσσερα Τμήματα της Γεωπονικής Σχολής στην Αιτωλοακαρνανία από τότε που καθιερώθηκε η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής το βασικότερο πρόβλημα είναι οι κενές θέσεις εισακτέων. Μπορεί σταδιακά το ποσοστό αυτό να μειώθηκε τα προηγούμενα χρόνια και πλέον φαίνεται να σταθεροποιείται κάπου μεταξύ 40% και 50% -πρόβλημα που εντοπίζεται κυρίως στο Τμήμα Αειφορικής Γεωργίας στο Αγρίνιο και το Τμήμα Γεωπονίας στο Μεσολόγγι- ωστόσο «διαρροή» φοιτητών φαίνεται πως υπάρχει και στη συνέχεια…
Στην καλύτερη περίπτωση περίπου οι μισοί από όσους εγγράφονται συμμετέχουν στην εξεταστική
Μελέτη που έγινε από το ίδιο το Πανεπιστήμιο για το φοιτητικό δυναμικό την προηγούμενη τριετία δείχνει πως οι πραγματικά ενεργοί φοιτητές είναι λιγότεροι και από τους που ενεγράφησαν. Δύο πράγματα είναι εκείνα που διακρίνουν τους πραγματικά ενεργούς φοιτητές, η συμμετοχή βεβαίως στην εξεταστική περίοδο και η στοιχειώδης εξεταστική επιτυχία, δηλαδή το περάσει κάποιος έστω ένα μάθημα.
Στους δύο λοιπόν αυτούς δείκτες εσχάτως εμφανίζεται να υπάρχει μια μικρή έστω μείωση. Έτσι συνολικά στο Πανεπιστήμιο Πατρών ένα 20% των νέων εισακτέων πέρυσι δεν συμμετείχε στην εξεταστική, ενώ περίπου ένας στους τέσσερις εμφανίζεται να μην έχει περάσει ούτε ένα μάθημα.
Στα Τμήματα της Γεωπονικής Σχολής η εικόνα είναι αρκετά χειρότερη. Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης 3 στους 4 φοιτητές στο Τμήμα Αλιείας στο Μεσολόγγι δεν συμμετείχαν στην εξεταστική. Συγκεκριμένα το 2025 από τους 100 επιτυχόντες εγγράφηκαν 78 και μόλις 19 συμμετείχαν στις εξετάσεις.
Στο Τμήμα Γεωπονίας επίσης στο Μεσολόγγι το ποσοστό συμμετοχής ήταν κοντά στο 45%. Ακόμη και στο Τμήμα Επιστήμης και Τεχνολογίας Τροφίμων στο Αγρίνιο, που είναι το μοναδικό Τμήμα της Σχολής που δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα των κενών θέσεων εισακτέων καλύπτοντας τα τελευταία χρόνια το σύνολο των θέσεων, το ποσοστό συμμετοχής στις εξετάσεις φτάνει στο 56% μόνο.
Επομένως, αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο αριθμός των πραγματικά ενεργών φοιτητών της Γεωπονικής Σχολής είναι αρκετά διαφορετικός και ενίοτε πολύ μικρότερος από τον αριθμό των επιτυχόντων, αλλά και από τον αριθμό όσων ενεγράφησαν στα Τμήματα.
Αυτό σε συνδυασμό με το γεγονός ότι με το ζήτημα των κενών θέσεων εισακτέων δημιουργεί ένα ζήτημα βιωσιμότητας για το μέλλον των Τμημάτων. Η διαπίστωση αυτή έχει γίνει και από το ίδιο το Πανεπιστήμιο Πατρών, ωστόσο μέχρι σήμερα δεν υπάρξει κάποιο αποτελεσματικό μέτρο που να αμβλύνει το πρόβλημα και να καθιστά τα Τμήματα περισσότερο ελκυστικά για τους νέους φοιτητές.
Υπενθυμίζεται ότι φέτος στο Τμήμα Αειφορικής Γεωργίας στο Αγρίνιο εισήχθησαν μόλις 9 φοιτητές και στο Τμήμα Γεωπονίας στο Μεσολόγγι μόλις 22 φοιτητές, με το ποσοστό των κενών θέσεων να ανάγεται πλέον του 90%. Συνολικά και στα τέσσερα τμήματα της Γεωπονικής Σχολής οι επιτυχόντες δεν ξεπέρασαν τους 250 φοιτητές για 550 προσφερόμενες θέσεις.
Από τη στιγμή που ελάχιστοι είναι οι υποψήφιοι που επιλέγουν τα Τμήματα της Γεωπονικής Σχολής μέσα στις πρώτες δύο – τρεις επιλογές του μηχανογραφικού τους είναι σε γενικές γραμμές αναμενόμενο στη συνέχεια να υπάρχει μια κάποια «διαρροή» φοιτητών. Έτσι το μεγάλο ζητούμενο παραμένει το να εισάγονται στα Τμήματα νέοι φοιτητές που πραγματικά θέλουν να ασχοληθούν με το αντικείμενο των σπουδών ως βασική επιλογή για το μέλλον τους.







