Στη Δυτική Ελλάδα το δεύτερο μεγαλύτερο ποσοστό καθυστερημένων πληρωμών σε στεγαστικά δάνεια, ενοίκια και λογαριασμούς κοινής ωφέλειας
Νέα επιβάρυνση για νοικοκυριά και επιχειρήσεις φέρνει η διεθνής ενεργειακή αναταραχή, καθώς οι εξελίξεις στα μέτωπα της Μέσης Ανατολής και της Ουκρανίας μεταφέρονται στις τιμές των καυσίμων, του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας.
Η τιμή της βενζίνης έχει ήδη ξεπεράσει εδώ και μέρες το ψυχολογικό όριο των 2 ευρώ ανά λίτρο στην αντλία (βρίσκεται πλέον στα 2,2ευρώ), ενώ οι εκτιμήσεις της αγοράς δείχνουν ότι η άνοδος μπορεί να συνεχιστεί, καθώς οι πιέσεις εμφανίζονται πλέον σε όλα τα στάδια της αλυσίδας εφοδιασμού.Η εικόνα που διαμορφώνεται στην αγορά εντείνει τις ανησυχίες για έναν δύσκολο ενεργειακά χειμώνα, με το κόστος θέρμανσης και μετακίνησης να αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες πίεσης για τα εισοδήματα των καταναλωτών.
Τα εισοδήματα όμως είναι ήδη «πιεσμένα», αφού από το 2022 μέχρι σήμερα η ακρίβεια δεν έπαψε ούτε για μια στιγμή να αποτελεί το νούμερο ένα πρόβλημα της κοινωνίας.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας όχι μόνο να μην τα βγάζει εύκολα πέρα και να «τελειώνει» ο μισθός στις 20 του μήνα, αλλά και να δημιουργεί οφειλές, λόγω της οικονομικής πίεσης.
Στη Δυτική Ελλάδα, που ως γνωστόν το μέσο εισόδημα είναι αρκετά μικρότερο, αυτή η δυσκολία αποτυπώνεται γλαφυρά στα νέα στοιχεία που δημοσίευσε η Eurostat και τα οποία δείχνουν την έκταση του προβλήματος στην περιοχή. Σύμφωνα λοιπόν με τη Eurostat στη Δυτική Ελλάδα το 2025 το ήμισυ του πληθυσμού (50,7%) παρουσίαζε καθυστέρηση – οφειλές στις πληρωμές στεγαστικών δανείων, ενοικίων, λογαριασμών κοινής ωφέλειας ή συμβάσεων μίσθωσης-αγοράς. Μιλάμε δηλαδή για ορισμένα από τα πιο βασικά πάγια έξοδα των νοικοκυριών.
Αυτός είναι ο πιο χαρακτηριστικός δείκτης της Eurostat που αποτυπώνει την οικονομική πίεση των πολιτών, η οποία έχει ανανεωθεί λόγω της συνεχιζόμενης κρίσης του κόστους ζωής. Αυτός ο δείκτης αποκαλύπτει τις αυξανόμενες ανισότητες στην οικονομική ανθεκτικότητα και φέρνει τη Δυτική Ελλάδα στη δεύτερη χειρότερη θέση μεταξύ των 13 ελληνικών Περιφερειών, καθώς μόνο στα Ιόνια Νησιά καταγράφεται μεγαλύτερο ποσοστό (66,3%).
Βέβαια η διαφορά της Δυτικής Ελλάδας από τον πανελλαδικό μέσο όρο στο συγκεκριμένο δείκτη είναι μεν σημαντική, αλλά όχι πολύ μεγάλη, καθώς στο σύνολο της χώρας σύμφωνα με τη Eurostat το 41,8%, δηλαδή 4 στους 10, εμφανίζουν καθυστερήσεις στις πληρωμές των παγίων εξόδων. Εξάλλου συνολικά η Ελλάδα (και οι 13 Περιφέρειες) εμφανίζει ποσοστό ατόμων με οφειλές σε στεγαστικά δάνεια, ενοίκια, λογαριασμούς κοινής ωφέλειας κτλ υπερδιπλάσιο του μέσου όρου της Ε.Ε.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στη Δυτική Ελλάδα το ποσοστό των ανθρώπων που εμφανίζουν καθυστερήσεις στις πληρωμές τους, σύμφωνα με τη Eurostat μπορεί τα τέσσερα τελευταία χρόνια να έχει κάποιες μικρές διακυμάνσεις, αλλά ουσιαστικά δεν έχει διαφοροποιηθεί ιδιαίτερα. Το 2022 το 47,2% εμφάνιζε καθυστερήσεις στις πληρωμές των πάγιων εξόδων του, αυτό έγινε 53,3% το 2023, μειώθηκε στο 46% το 2024 για να αυξηθεί εκ νέου το 2025 και να φτάσει στο 50,7%.
«Πρωταθλήτρια» στην ενεργειακή ένδεια
Σύμφωνα με τη Eurostat η αύξηση του πληθωρισμού, οι αυξανόμενες τιμές ενέργειας και οι προκλήσεις σχετικά με την προσιτή τιμή της στέγασης έχουν ασκήσει σημαντική πίεση στους προϋπολογισμούς των νοικοκυριών, ιδίως μεταξύ των ευάλωτων ομάδων.
Μια επιμέρους αλλά πολύ βασική πτυχή του όλου προβλήματος είναι το ενεργειακό κόστος, η αύξηση του οποίου σε συνδυασμό με τα χαμηλά εισοδήματα δημιουργεί την ενεργειακή ένδεια.
Σε αυτό η Δυτική Ελλάδα δυστυχώς είναι «πρωταθλήτρια» στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τη Eurostat στη Δυτική Ελλάδα, περισσότεροι από 3 στους 10 ανθρώπους (30,4%)δεν μπόρεσαν να διατηρήσουν το σπίτι τους επαρκώς ζεστό το 2025.Αξίζει να σημειωθεί ότι το ποσοστό των νοικοκυριών της Δυτικής Ελλάδας που παρουσίαζαν οικονομική αδυναμία για ικανοποιητική θέρμανση είναι κατά 11,2 ποσοστιαίες μονάδες μεγαλύτερο από το σύνολο της χώρας.
Μάλιστα, όταν εξετάσουμε τα φτωχά νοικοκυριά, τα ποσοστά είναι ακόμη πιο ανησυχητικά. Στη Δυτική Ελλάδα, σχεδόν το 60% (58,9%) των φτωχών νοικοκυριών δήλωσαν αδυναμία να θερμάνουν τα σπίτια τους, ποσοστό μεγαλύτερο κατά 19,2 ποσοστιαίες μονάδες από τον μέσο όρο των φτωχών νοικοκυριών στο σύνολο της χώρας.







