Έμειναν με τις υποσχέσεις για δωρεάν ρεύμα τα φτωχά νοικοκυριά
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέρριψε τα αιτήματα της Ελλάδας και της Ιταλίας για πρόσθετη ευελιξία στην εφαρμογή των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων, με αφορμή τις αυξημένες πληθωριστικές πιέσεις από τις τιμές της ενέργειας και τα μέτρα στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Ο Ευρωπαίος επίτροπος Οικονομίας Βάλντις Ντομπρόβσκις απέρριψε τα αιτήματα, επισημαίνοντας ότι οι πληθωριστικές πιέσεις ήδη λαμβάνονται υπόψη στη συνολική αξιολόγηση της συμμόρφωσης των κρατών-μελών με τους δημοσιονομικούς κανόνες. «Δεν μπορούμε να δημιουργούμε συνεχώς νέες δημοσιονομικές ευελιξίες», δήλωσε. Όπως πρόσθεσε, η διαρκής εισαγωγή νέων εξαιρέσεων θα μπορούσε να δημιουργήσει αμφιβολίες σχετικά με τη συλλογική δέσμευση των χωρών της ΕΕ στο δημοσιονομικό πλαίσιο, σε μια περίοδο κατά την οποία η αξιοπιστία ως προς τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών θεωρείται κρίσιμη.
Υπενθυμίζεται ότι ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης είχε ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εξαιρούνται από το ανώτατο όριο καθαρών δαπανών τα προσωρινά εθνικά μέτρα στήριξης προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Αν δίνονται αυτή εξαίρεση ο πρωθυπουργός είχε αφήσει να εννοηθεί ότι η Κυβέρνηση θα προχωρούσε σε κάποια μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα.
Σε δυσμενέστερη θέση η Δυτική Ελλάδα
Τούτων δοθέντων, το «όχι» των Βρυξελλών κάνει τις εκτιμήσεις για ένα «δύσκολο» από ενεργειακή άποψη χειμώνα να αποκτούν όλο και ρεαλιστικότερη βάση. Έτσι και στη Δυτική Ελλάδα, που εμφανίζει σημαντικά ποσοστά ενεργειακής ένδειας, τα νοικοκυριά μπαίνουν στην περίοδο του χειμώνα, έχοντας ως σημαντικότερο πονοκέφαλο το να θερμάνουν το σπίτι τους.
Τα στοιχεία της Eurostat αποτυπώνουν το μέγεθος του προβλήματος. Το 2025, το 18,1% του πληθυσμού στην Ελλάδα δήλωσε ότι δεν μπορούσε να διατηρήσει το σπίτι του επαρκώς ζεστό. Το αντίστοιχο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν 8,8%. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει υπερδιπλάσιο ποσοστό σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Στη Δυτική Ελλάδα τα δεδομένα είναι ακόμη χειρότερα καθώς η περιοχή παρουσιάζει το υψηλότερο ποσοστό νοικοκυριών με οικονομική αδυναμία για ικανοποιητική θέρμανση, φτάνοντας το 30,3%, ποσοστό που είναι κατά 11,2 ποσοστιαίες μονάδες περισσότερο από το σύνολο της χώρας.
Η ενεργειακή ένδεια δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την τιμή της κιλοβατώρας ή του πετρελαίου θέρμανσης. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν το ύψος των εισοδημάτων, η ενεργειακή απόδοση των κτιρίων, η ποιότητα της μόνωσης και το είδος των συστημάτων θέρμανσης. Μια κατοικία με παλιά κουφώματα, ανεπαρκή μόνωση και αυξημένες θερμικές απώλειες χρειάζεται περισσότερη ενέργεια για να διατηρήσει μια στοιχειωδώς άνετη θερμοκρασία. Όταν το κόστος αυτό συνδυάζεται με χαμηλό εισόδημα, η θέρμανση μπορεί να μετατραπεί σε δαπάνη που ένα νοικοκυριό αδυνατεί να καλύψει.
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που η Δυτική Ελλάδα παρουσιάζει το μεγαλύτερο ποσοστό οικονομικής αδυναμίας για ικανοποιητική θέρμανση, καθώς είναι ταυτόχρονα και μία από τις περιφέρειες με το χαμηλότερο διαθέσιμο εισόδημα.
Στη Δυτική Ελλάδα, σχεδόν το 60% (58,9%) των φτωχών νοικοκυριών δήλωσαν αδυναμία να θερμάνουν τα σπίτια τους, ποσοστό μεγαλύτερο κατά 19,2 ποσοστιαίες μονάδες από τον μέσο όρο των φτωχών νοικοκυριών στο σύνολο της χώρας. Η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας βρίσκεται στην πέμπτη θέση πανελλαδικά, ως προς τη χρήση πετρελαίου θέρμανσης ποσοστό 51,6%, καταγράφουν τα μεγαλύτερα ποσοστά. Εστιάζοντας στα φτωχά νοικοκυριά, η χρήση πετρελαίου θέρμανσης στη Δυτική Ελλάδα ανεβαίνει στο 54,3%.
Ο παράγοντας της παλαιότητας του κτιριακού αποθέματος
Στο δεύτερο σκέλος της ενεργειακής εξίσωσης βρίσκεται η παλαιότητα του κτιριακού αποθέματος. Τα επίσημα στοιχεία της Απογραφής Κτιρίων της ΕΛΣΤΑΤ αποκαλύπτουν το μέγεθος του προβλήματος σε επίπεδο Περιφέρειας. Από τα 325.088 κτίρια της Δυτικής Ελλάδας, τα 188.339 έχουν ανεγερθεί έως και το 1980, δηλαδή περίπου το 58% του συνολικού κτιριακού αποθέματος. Μόνο την εικοσαετία 1961 – 1980 κατασκευάστηκαν περισσότερα από 111.000 κτίρια. Αντίθετα, την περίοδο από το 2011 και μετά προστέθηκαν μόλις 6.960 ολοκληρωμένα κτίρια.
Πρόκειται για μια σημαντική διαφορά, καθώς μεγάλο μέρος των κτιρίων προ του 1980 δημιουργήθηκε πριν από την ουσιαστική εφαρμογή απαιτήσεων θερμομόνωσης. Το αποτέλεσμα είναι οικίες στις οποίες απαιτείται περισσότερη ενέργεια για να επιτευχθεί η ίδια θερμοκρασία.
Προγράμματα που έμειναν στις εξαγγελίες
Από τα προηγούμενα χρόνια η ενεργειακή κρίση ανέδειξε τις αδυναμίες των πολιτικών που εστιάζουν κυρίως σε βραχυπρόθεσμα μέτρα ανακούφισης, όπως τα επιδόματα και οι επιδοτήσεις. Αν και αυτές οι πολιτικές είναι αναγκαίες για την άμεση ανακούφιση των ευάλωτων νοικοκυριών, δεν επαρκούν για την εξάλειψη του προβλήματος σε βάθος χρόνου. Προγράμματα σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο που έχουν εξαγγελθεί ιδίως για την ανακούφιση των ευάλωτων είτε έχουν παραπεμφθεί στις καλένδες, είτε καθυστερούν… Για παράδειγμα, το κυβερνητικό πρόγραμμα «Απόλλων», που εξαγγέλθηκε προ τριετίας, υποσχόμενο σε δωρεάν ρεύμα σε περίπου 130.000 νοικοκυριά φαίνεται πως όχι απλώς «βάλτωσε», αλλά πως απομένει η παραδοχή ότι δεν θα υλοποιηθεί, Ενώ σε τοπικό επίπεδο οι Ενεργειακές Κοινότητες της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας και του Δήμου Αγρινίου, που επίσης προβλέπουν δωρεάν ρεύμα σε μερικές χιλιάδες νοικοκυριά, μπορεί να μην έχουν εγκαταλειφθεί ως σχέδια, αλλά έχει καθυστερήσει αρκετά η υλοποίησή τους. Έτσι για τα νοικοκυριά το μόνο ίσως «αποκούμπι» τα τελευταία χρόνια είναι τα διάφορα προγράμματα τύπου «Εξοικονομώ», ωστόσο από τα προγράμματα αυτά σε τοπικό επίπεδο μερικές μόνο εκατοντάδες κατοικίες, με αποτέλεσμα η συνολική εικόνα για την παλαιότητα του κτιριακού αποθέματος να μην έχει αλλάξει.







