Κενό 1,9 εκατ. δυνητικών εργαζομένων λόγω δημογραφικής γήρανσης απειλεί την αγορά εργασίας, το ΑΕΠ και το ασφαλιστικό σύστημα και θα πρέπει η Ελλάδα να βρει τρόπους για να το καλύψει ή τουλάχιστον να το περιορίσει μέσα στις επόμενες τρεις δεκαετίες. Αν δεν τα καταφέρει, τότε οι επιπτώσεις θα είναι αρνητικές, με πιο σημαντική τη μείωση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά 15%.
Η μείωση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ θα επηρεάσει αναπόφευκτα και τα δημόσια οικονομικά, καθώς θα απαιτούνται περισσότεροι πόροι για να μείνουν αλώβητες οι συνταξιοδοτικές δαπάνες από τη στιγμή που το εργατικό δυναμικό θα μειώνεται και οι ηλικιωμένοι με δικαίωμα σύνταξης θα αυξάνονται.Τις επιπτώσεις της γήρανσης του πληθυσμού στην αγορά εργασίας καταγράφει και αναλύει σε πρόσφατη μελέτη του (Μάρτιος 2026) το Κέντρο Κρήτης του ΟΟΣΑ για τη Δυναμική των Πληθυσμών.
Στη μελέτη, την οποία εξασφάλισε και παρουσιάζει σήμερα το “Κ”, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι:
1. Ο πληθυσμός σε παραγωγική ηλικία (15-64) στην Ελλάδα ήταν 6,6 εκατ. το 2024 και αναμένεται να πέσει στα 4,7 εκατ. το 2050, σημειώνοντας μείωση κατά σχεδόν 30% ή κατά 1,9 εκατ. άτομα.
2. Η μείωση του εργατικού δυναμικού έχει αρνητικές επιπτώσεις στο ΑΕΠ. Αν δεν ληφθούν μέτρα για να ανακοπεί η πτώση του εργατικού δυναμικού, τότε το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στις χώρες του ΟΟΣΑ εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά 8% μέχρι το 2050 σε σχέση με το 2021, ενώ στην Ελλάδα η μείωσή του αναμένεται να είναι σχεδόν διπλάσια, πλησιάζοντας το 15%.
3. Μετά το 2019 υπάρχει στην Ελλάδα δυσκολία στην κάλυψη των κενών θέσεων εργασίας. Για κάθε έναν άνεργο αντιστοιχούν 10 κενές θέσεις, ενώ παλαιότερα η αναλογία αυτή ήταν 1 προς 1, γιατί το εργατικό δυναμικό αποτελούνταν από νέους, που ήταν και περισσότεροι από τους ηλικιωμένους.
4. Ο πληθυσμός σε ηλικία 55-64 το 2024 ήταν 1,5 εκατ., αντιστοιχώντας στο 23% του συνολικού πληθυσμού σε παραγωγική ηλικία (6,6 εκατ.). Στην αγορά εργασίας συμμετείχαν μόλις 800.000 από αυτούς, αφήνοντας 700.000 εκτός αγοράς εργασίας (ποσοστό 44% αναξιοποίητο).
5. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει δυσκολία στην εύρεση ανθρώπινου δυναμικού, και σε ορισμένους τομείς, όπως η υγεία, οι τεχνολογίες πληροφορικής & τηλεπικοινωνιών (ICT), οι κατασκευές και η βιομηχανία, οι ελλείψεις είναι πιο έντονες.
Για παράδειγμα, το ποσοστό των επιχειρήσεων που καταγράφει σοβαρές δυσκολίες στην εύρεση ανθρώπινου δυναμικού στους τομείς των τεχνολογιών πληροφορικής & επικοινωνιών και των κατασκευών πλησιάζει το 30%, ενώ στον τομέα της βιομηχανίας το ξεπερνά. Η ανάσχεση της τάσης μείωσης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ μπορεί να επιτευχθεί με την αύξηση του ποσοστού συμμετοχής στην αγορά εργασίας των γυναικών αλλά και του εργατικού δυναμικού της ηλικιακής ομάδας 55-64 ετών. Το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών σε παραγωγική ηλικία στην Ελλάδα το 2024 ήταν μόλις 55%, έναντι 72% του αντίστοιχου των ανδρών, που σημαίνει ότι υπάρχουν περιθώρια αύξησης της συμμετοχής των γυναικών στην απασχόληση, ενώ το 44% των ανθρώπων ηλικίας 55-64 ετών είναι εκτός αγοράς εργασίας. Χρειάζονται, επομένως, προγράμματα που θα στοχεύσουν στην ενίσχυση της απασχόλησης για αυτές τις δύο κατηγορίες.
Επιπρόσθετα, οι γυναίκες θα πρέπει να υποστηριχθούν ώστε να παραμείνουν ανταγωνιστικές στην αγορά εργασίας μετά την τεκνοποίηση με αμοιβές αντίστοιχες των ανδρών. Μία από τις προϋποθέσεις για να συμβεί αυτό είναι να υπάρχει και ένα στιβαρό και καλά οργανωμένο κοινωνικό κράτος, το οποίο θα παρέχει στους γονείς πρόσβαση σε σταθερά διαθέσιμες ποιοτικές υπηρεσίες βρεφονηπιακής φροντίδας, προσχολικής αγωγής και εκπαίδευσης, ώστε να επιτυγχάνεται η ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής, που έχει κομβικό ρόλο στην αύξηση της παραγωγικότητας.
Άλλη μία “δεξαμενή” εργατικού δυναμικού είναι η στοχευμένη απασχόληση μεταναστών, αναφέρεται στη μελέτη του Κέντρου, δίδοντας έμφαση σε προγράμματα μετακλήσεων εργαζομένων από τρίτες χώρες για τόνωση της απασχόλησης σε τομείς που πλήττονται περισσότερο από χαμηλή ζήτηση εργασίας ή από αναντιστοιχία δεξιοτήτων, όπως η υγεία, οι τεχνολογίες πληροφορικής & τηλεπικοινωνιών (ICT), οι κατασκευές, η βιομηχανία και ο πρωτογενής τομέας.
Ωστόσο, όπως επισημαίνεται στη μελέτη του Κέντρου Κρήτης του ΟΟΣΑ, το ποσοστό των μεταναστών που διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα έχει μειωθεί κατά 8% τη δεκαετία 2013-2023, ενώ το ποσοστό των νόμιμων μεταναστών στην Ελλάδα το 2023 (11%) υπολείπεται του μέσου όρου του ΟΟΣΑ (15%).
πηγή:capital.gr







