Την αυστηροποίηση του ρυθμιστικού ελέγχου για τη μαζική χωροθέτηση μικρών σταθμών ΑΠΕ στην ίδια γεωγραφική περιοχή επιβάλλει πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) για τα φωτοβολταϊκά. Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο θέτει στο επίκεντρο την πάγια πρακτική κατάτμησης, «σπάσιμο», ενιαίων επενδύσεων σε επιμέρους μικρότερα έργα, η οποία αποσκοπεί στην υπαγωγή τους σε ευνοϊκότερο αδειοδοτικό πλαίσιο και, μέχρι πρότινος, σε προνομιακό καθεστώς κατακύρωσης ταρίφας για εγκαταστάσεις περιορισμένης ισχύος.
Η απόφαση του ΣτΕ αφορά 186 φωτοβολταϊκούς σταθμούς, συνολικής ισχύος 185,814 MW, που χωροθετήθηκαν στην περιοχή της τεχνητής λίμνης Πηνειού, σε έκταση περίπου 2.700 στρεμμάτων. Πρόκειται για ένα έργο που προωθήθηκε από ενεργειακές κοινότητες της Ένωσης Αγρινίου. Παρότι οι εγκαταστάσεις είχαν λάβει ξεχωριστές βεβαιώσεις απαλλαγής από περιβαλλοντική αδειοδότηση, το ΣτΕ έκρινε ότι η αρμόδια αρχή δεν είχε εξετάσει προηγουμένως, εάν τα γειτονικά έργα συνιστούσαν ουσιαστικά ενιαία επένδυση. Ως αποτέλεσμα, ακυρώθηκαν οι 186 βεβαιώσεις και 25 συναφείς εγκρίσεις εργασιών μικρής κλίμακας.
Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι το ανώτατο δικαστήριο δεν αμφισβητεί συλλήβδην την περιβαλλοντική απαλλαγή των φωτοβολταϊκών έως 1 MW. Αντίθετα, αναγνωρίζει τη νομιμότητα του συγκεκριμένου ορίου, επισημαίνοντας ωστόσο ότι η εφαρμογή του δεν απαλλάσσει τη Διοίκηση από την υποχρέωση να εξετάζει τις ιδιαιτερότητες κάθε περίπτωσης.
Επομένως, η ύπαρξη πολλών γειτονικών εγκαταστάσεων, η σχεδόν ταυτόχρονη υποβολή αιτήσεων και οι ενδεχόμενες σωρευτικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις αποτελούν στοιχεία που δεν μπορούν να παραβλέπονται. Όταν υπάρχουν σχετικές ενδείξεις, απαιτείται προκαταρκτικός περιβαλλοντικός έλεγχος, ώστε να διαπιστωθεί εάν χρειάζεται κανονική περιβαλλοντική αδειοδότηση.
Η απόφαση του ΣτΕ εκτιμάται ότι μπορεί να λειτουργήσει ως ένα σοβαρό δεδικασμένο για παρόμοιες περιπτώσεις κατατμήσεων έργων.
Υπενθυμίζεται ότι στην Ηλεία από την πρώτη στιγμή υπήρξαν αντιδράσεις τοπικών φορέων ενάντια στα σχέδια της Ένωσης Αγρινίου, έχοντας μάλιστα στο παρελθόν μιλήσει για παράνομη μίσθωση εκτάσεων στη λίμνη Πηνειού και προσπάθεια νομιμοποίησής της μέσω της τροπολογίας από την Κυβέρνηση το 2025.
Το θεσμικό πλαίσιο και η ουσία της κρίσης
Η απόφαση του δικαστηρίου δεν στρέφεται οριζόντια κατά των διευκολύνσεων που παρέχει ο νόμος για τα μικρά φωτοβολταϊκά.
Το ΣτΕ ξεκαθαρίζει ότι:
1. Δεν αμφισβητείται το όριο του 1 MW: Το δικαστήριο αναγνωρίζει τη νομιμότητα του θεσμοθετημένου ορίου, βάσει του οποίου έργα ισχύος έως 1 MW δικαιούνται απαλλαγή από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης.
2. Η απαλλαγή δεν είναι αυτόματη: Η ύπαρξη του ορίου δεν παρέχει «λευκή επιταγή» στη Διοίκηση, ούτε την απαλλάσσει από την υποχρέωση να ερευνά τις ουσιαστικές συνθήκες κάθε αίτησης.
3. Η κατάτμηση ως καταχρηστική πρακτική: Η κατάτμηση μίας μεγάλης επένδυσης σε μικρότερα έργα χρησιμοποιήθηκε συστηματικά στο παρελθόν όχι μόνο για την αποφυγή της περιβαλλοντικής αδειοδότησης, αλλά και για την εξασφάλιση ευνοϊκότερων εγγυημένων τιμών (ταριφών).
Οι νέες υποχρεώσεις της Διοίκησης και οι σωρευτικές επιπτώσεις
Η κρίση του ΣτΕ εισάγει σαφή κριτήρια που πρέπει να συνεκτιμώνται υποχρεωτικά από τις αρμόδιες περιβαλλοντικές και αδειοδοτικές αρχές πριν τη χορήγηση οποιασδήποτε απαλλαγής.
Ειδικότερα, η Διοίκηση υποχρεούται πλέον να συνεκτιμά:
1. Γεωγραφική εγγύτητα: Την ύπαρξη πολλαπλών γειτονικών εγκαταστάσεων που καταλαμβάνουν συνεχόμενες ή όμορες εκτάσεις.
2. Χρονικό συντονισμό: Τη σχεδόν ταυτόχρονη υποβολή αιτήσεων από τα ίδια ή συνδεδεμένα φυσικά και νομικά πρόσωπα.
3. Σωρευτικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις: Την συνολική επιβάρυνση που προκαλείται στο τοπικό οικοσύστημα, τη βιοποικιλότητα και τους φυσικούς πόρους από το άθροισμα των μικρότερων έργων.
Όταν υφίστανται αποδείξεις ή σοβαρές ενδείξεις ότι μια σειρά από «μικρά» έργα λειτουργούν συμπληρωματικά ή συγκροτούν μια ενιαία επιχειρηματική πρωτοβουλία, η αυτόματη απαλλαγή καθίσταται παράνομη. Σε αυτές τις περιπτώσεις, επιβάλλεται η διενέργεια προκαταρκτικού περιβαλλοντικού ελέγχου. Εφόσον διαπιστωθεί σωρευτική επιβάρυνση, το έργο υποχρεούται να υποβληθεί στην πλήρη και αυστηρή διαδικασία Εκτίμησης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ).







