Tραπεζιώτης: Όταν ο Δήμαρχος ευχαριστεί την Κυβέρνηση, ποιο μήνυμα στέλνει στους πολίτες;

Με ανακοίνωσή του ο Δημήτρης Τραπεζιώτης σχολιάζει τη δήλωση του Δημάρχου Γιώργου Παπαναστασίου με την οποία έκανε γνωστή την ένταξη αναπλάσεων στο Αγρίνιο στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων.

Αναλυτικά η ανακοίνωση:
7,2 εκατομμύρια στο κέντρο – και η ενδοχώρα ακόμη περιμένει

Η ανακοίνωση του Δημάρχου Αγρινίου για την ένταξη του Δήμου στην πρόσκληση για την πρόθεση χρηματοδότησης δράσεων στο πλαίσιο του Τομεακού Προγράμματος Ανάπτυξης (Τ.Π.Α.) του Υπουργείου Εσωτερικών 2026–2030, εντάσσεται ο Δήμος Αγρινίου με το έργο «Αναπλάσεις – Διαμορφώσεις – Βελτιώσεις οδών Αγίου Γεωργίου από Χαρ. Τρικούπη – Παναγοπούλου – Πλατεία 28ης Οκτωβρίου – Προυσιωτίσσης έως Βλαχοπούλου», συνολικού προϋπολογισμού 7.200.000 ευρώ. Ο Δήμαρχος, ανακοινώνοντας τη χρηματοδότηση, ευχαρίστησε δημόσια τον Υπουργό Εσωτερικών κ. Θεόδωρο Λιβάνιο «για τη συνεργασία και τη στήριξη».Κανείς δεν μπορεί να είναι αντίθετος με την εξασφάλιση πόρων για το Αγρίνιο.

Όμως το ζήτημα που αναδεικνύεται από την ίδια αυτή ανακοίνωση είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη σχέση της Αυτοδιοίκησης με την Κεντρική Διοίκηση. Και εδώ η δημόσια ευχαριστία του Δημάρχου προς τον αρμόδιο Υπουργό κ. Λιβάνιο γεννά δύο θεσμικά και πολιτικά ζητήματα. Τη σχέση της Τ.Α. με την Κεντρική Διοίκηση και του Κέντρου με την Ενδοχώρα, της πόλης μα την ύπαιθρο.

Α. Είναι «χάρη» ή θεσμική υποχρέωση;
Εάν ο Δήμος Αγρινίου συμμετείχε σε μια θεσμοθετημένη διαδικασία χρηματοδότησης, στην οποία μπορούσε να ενταχθεί επειδή πληρούσε συγκεκριμένα κριτήρια, τότε δεν πρόκειται για προσωπική παροχή του Υπουργού προς τον Δήμο. Πρόκειται για δημόσια χρηματοδότηση, η οποία κατευθύνεται σε έναν Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης για την υλοποίηση αναγκαίων έργων προς όφελος των πολιτών του. Και αν πράγματι ο Δήμος Αγρινίου εντάχθηκε μαζί με άλλους Δήμους, στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης διαδικασίας, τότε ακόμη περισσότερο χρειάζεται να διαχωρίσουμε την πολιτική και κομματική επικοινωνία από τη θεσμική πραγματικότητα. Τα χρήματα δεν είναι του Υπουργού. Είναι δημόσιοι πόροι και ο Δήμαρχος δεν παραλαμβάνει προσωπικό δώρο από έναν Υπουργό. Ο Δήμος λαμβάνει δημόσιους πόρους για δημόσιες ανάγκες.

Αυτή η διάκριση δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι η ουσία της πολιτικής και διοικητικής αυτοτέλειας των ΟΤΑ και της δημοκρατικής νομιμότητας.Γιατί διαφορετικά δημιουργείται σταδιακά μια επικίνδυνη αντίληψη: ότι ο Δήμος πρέπει να «ευχαριστεί» την εκάστοτε κυβέρνηση για να εξασφαλίσει αυτά που δικαιούται ή για να μπορέσει να κάνει τα στοιχειώδη έργα που έχει ανάγκη η πόλη. Και τότε η Αυτοδιοίκηση παύει να εμφανίζεται ως θεσμικά ισότιμος πυλώνας της δημόσιας διοίκησης και μετατρέπεται επικοινωνιακά σε έναν διαρκή αιτούντα – επαίτη απέναντι στην Κεντρική Εξουσία.

Θέλουμε μια Αυτοδιοίκηση που απαιτεί την απόδοση των πόρων που της αναλογούν και όχι μια Αυτοδιοίκηση που αισθάνεται υποχρεωμένη να εκφράζει ευγνωμοσύνη κάθε φορά που επιστρέφει ένα μικρό μέρος των χρημάτων που η ίδια η Πολιτεία οφείλει στους Δήμους; Για το λόγο αυτό την ώρα που οι Δήμοι αντιμετωπίζουν τεράστιες οικονομικές πιέσεις, την ώρα που αυξάνονται οι αρμοδιότητές τους χωρίς αντίστοιχη μεταφορά πόρων, την ώρα που η Τοπική Αυτοδιοίκηση διεκδικεί την πλήρη απόδοση των θεσμοθετημένων πόρων της, δεν μπορεί να έχουμε διατυπώσεις του τύπου «ευχαριστούμε την Κυβέρνηση για τα 7,2 εκατομμύρια».

Υπάρχει και μία ακόμη διάσταση που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Η κομματική εγγύτητα δεν πρέπει να υποκαθιστά τη θεσμική σχέση Όταν Δήμαρχος και Υπουργός ανήκουν στην ίδια πολιτική παράταξη, κάθε δημόσια ευχαριστία για μια κρατική χρηματοδότηση αποκτά αναπόφευκτα και μια πολιτική σημειολογία. Δεν σημαίνει ασφαλώς ότι κάθε ευχαριστία είναι προϊόν κομματικής σκοπιμότητας Πρέπει όμως η Αυτοδιοίκηση να είναι ιδιαίτερα προσεκτική ώστε να μη δημιουργείται η εντύπωση πως η πρόσβαση σε δημόσιους πόρους εξαρτάται από την κομματική συγγένεια, την πολιτική εύνοια ή τις προσωπικές σχέσεις. Γιατί οι Δήμοι δεν ανήκουν στα κόμματα. Ανήκουν στους πολίτες τους. Και το Αγρίνιο δεν χρειάζεται «ευεργέτες». Χρειάζεται ισχυρή Αυτοδιοίκηση. Θέλουμε μια Αυτοδιοίκηση που έχει θεσμικά κατοχυρωμένους, επαρκείς και προβλέψιμους πόρους και όχι μια Αυτοδιοίκηση που εξασφαλίζει πόρους επειδή έχει ισχυρές πολιτικές προσβάσεις στην Κυβέρνηση. Ούτε επειδή ο εκάστοτε Δήμαρχος έχει την «εύνοια» ή την «καλή σχέση» με τον εκάστοτε Υπουργό. Αυτό δεν είναι σύγχρονη Αυτοδιοίκηση. Είναι ένα παρωχημένο μοντέλο πελατειακής σχέσης Κράτους και Αυτοδιοίκησης.

Β. Το ζήτημα δεν είναι αν πρέπει να γίνουν έργα στην πόλη. Ασφαλώς και πρέπει αλλά το ζήτημα είναι ποια πόλη και ποιο Δήμο σχεδιάζουμε.
Το ερώτημα, όμως, είναι πολύ μεγαλύτερο: Πού κατευθύνονται διαχρονικά οι διαθέσιμοι δημόσιοι πόροι του Δήμου Αγρινίου; Και ακόμη: Πόσο δίκαια κατανέμονται οι χρηματοδοτήσεις ανάμεσα στο αστικό κέντρο και την τεράστια γεωγραφική ενδοχώρα του Δήμου; Γιατί ο Δήμος Αγρινίου δεν είναι μόνο η πόλη του Αγρινίου. Είναι ένας από τους μεγαλύτερους γεωγραφικά Δήμους της χώρας, που περιλαμβάνει την πόλη, εννέα πρώην Δήμους και 68 χωριά και οικισμούς. Είναι η ενδοχώρα του Αγρινίου. Είναι οι άνθρωποι που ζουν στα χωριά. Είναι οι αγροτικές περιοχές, οι ορεινοί οικισμοί, οι κοινότητες που αντιμετωπίζουν δημογραφική συρρίκνωση, εγκατάλειψη, προβλήματα οδοποιίας, ύδρευσης, αποχέτευσης, πρόσβασης, αγροτικής παραγωγής και βασικών υποδομών. Και αυτή η ενδοχώρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ο «φτωχός συγγενής» του Δήμου.

Πόσες φορές πρέπει να χρηματοδοτηθεί και να αναπλαστεί η ίδια ευρύτερη περιοχή του κέντρου, όταν ολόκληρες κοινότητες του Δήμου εξακολουθούν να περιμένουν στοιχειώδεις υποδομές;Και η ενδοχώρα;

Αυτό είναι το μεγάλο πολιτικό ερώτημα που η Δημοτική Αρχή οφείλει να απαντήσει. Επί δώδεκα χρόνια διοίκησης του σημερινού Δημάρχου, η εικόνα που έχουμε –και την οποία έχουμε επανειλημμένα αναδείξει πολιτικά– είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος των μεγάλων χρηματοδοτήσεων (περίπου το 80%) κατευθύνεται στην πόλη και στον αστικό ιστό. Δεν μπορεί να ζητάμε από τους νέους ανθρώπους να παραμείνουν στα χωριά τους όταν δεν τους παρέχουμε βασικές υποδομές, ασφαλή πρόσβαση, λειτουργικούς δρόμους, ύδρευση, αποχέτευση, δημόσιους χώρους και στοιχειώδεις συνθήκες ποιότητας ζωής. Και δεν μπορεί να μιλάμε για αναγέννηση της υπαίθρου, ενώ η δημογραφική ερήμωση της ενδοχώρας συνεχίζεται. «Στην τρίτη θητεία θα στραφούμε στην περιφέρεια». Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη πολιτική σημασία επειδή υπήρξαν δημόσιες δεσμεύσεις της Δημοτικής Αρχής ότι στην τρίτη θητεία της θα υπάρξει μεγαλύτερη στροφή προς την περιφέρεια του Δήμου.
Και εδώ πλέον δεν αρκούν οι διακηρύξεις. Δεν αρκεί να λέμε ότι «τώρα θα κοιτάξουμε τα χωριά». Πρέπει να φαίνεται στα χρήματα. Πρέπει να φαίνεται στα έργα. Πρέπει να φαίνεται στις προτεραιότητες. Πρέπει να φαίνεται στον προϋπολογισμό.Γιατί αλλιώς οι υποσχέσεις κινδυνεύουν να μείνουν –για να χρησιμοποιήσουμε μια σκληρή αλλά πολιτικά αναγκαία έκφραση– λόγια χωρίς αντίκρισμα.

Όταν έχεις έναν Δήμο που περιλαμβάνει ένα μεγάλο αστικό κέντρο και μια τεράστια αγροτική και ορεινή ενδοχώρα, η δικαιοσύνη στην κατανομή των πόρων δεν μπορεί να μετριέται μόνο με το πόσους κατοίκους έχει κάθε περιοχή. Πρέπει να λαμβάνει υπόψη και την έκταση, την απόσταση, τις υποδομές, τις ανάγκες, τη δημογραφική συρρίκνωση και τον κίνδυνο εγκατάλειψης των χωριών. Ένα ευρώ επένδυσης σε ένα ζωντανό και πυκνό αστικό κέντρο δεν έχει πάντοτε την ίδια αναπτυξιακή και κοινωνική αξία με ένα ευρώ που κρατά ζωντανό έναν ορεινό οικισμό.

Διαβάστε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από το Αγρίνιο και την Αιτωλοακαρνανία, ακολουθώντας το agrinioculture.gr στο GoogleNews